Γευματίζουν με τα δώρα του θανάτου, βυθίζοντας τα ράμφη τους σε σάπιες σάρκες που θα αρρώσταιναν οποιοδήποτε άλλο ζώο. Πώς αντέχουν οι γύπες το μακάβριο και επικίνδυνο γεύμα τους;
Τα ιπτάμενα πτωματοφάγα έχουν ασυνήθιστο πεπτικό σύστημα, τονίζει διεθνής ομάδα ορνιθολόγων και μικροβιολόγων. Η μελέτη σε δύο γύπες του Νέου Κόσμου δείχνει ότι τα πτηνά έχουν ιδιαίτερα όξινο στομάχι και έντερα που φιλοξενούν δύο επικίνδυνες ομάδες βακτηρίων.
Το διπλό αυτό χτύπημα εξουδετερώνει τους περισσότερους από τους παθογόνους οργανισμούς που κρύβονται στη σάπια σάρκα και θα ήταν δυνατόν να βλάψουν τα δύο πτηνά της Βορείου Αμερικής, τους γύπες Coragyps atratus και Cathartes aura.
«Ο γαστρεντερικός σωλήνας των γυπών είναι εχθρικό περιβάλλον» λέει στο πρακτορείο Reuters ο μικροβιολόγος Λαρς Χέστμπεργκ Χάνσεν του Πανεπιστημίου του Άαρχους στη Δανία, μέλος της ερευνητικής ομάδας που υπογράφει τη δημοσίευση στο Nature Communications.
Διαβάστε επίσης:
Οι γύπες της Κύπρου πετούν προς την εξαφάνιση
«Οι γύπες αυτοί τρέφονται με οποιοδήποτε νεκρό σπονδυλωτό ζώο -θηλαστικά, πτηνά, φίδια, ψάρια. Προτιμούν οργανισμούς που πέθαναν πρόσφατα αντί για εντελώς σάπια κουφάρια. Για παράδειγμα, τα ελάφια που σκοτώθηκαν στον αυτοκινητόδρομο μια μέρα πιο νωρίς είναι ιδανικά» τονίζει ο Γκάρι Γκρέιβς, ορνιθολόγος στο Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Ιδρύματος Smithsonian στην Ουάσινγκτον.
Οι ερευνητές εξέτασαν τη μικροχλωρίδα του εντέρου 50 πτηνών και από τα δύο είδη. Τα πλέον πολυπληθή μικρόβια ανήκαν στα γένη Clostridia και Fusobacteria, άκρως παθογόνα για άλλους οργανισμούς. Τα Clostridia, για παράδειγμα, θα μπορούσε να επιφέρει γάγγραινα και τέτανο.
Επιπλέον, τα οξέα του στομάχου εντοπίστηκε ότι είναι ασυνήθιστα ισχυρά, ικανά να εξουδετερώσουν τους περισσότερους μικροοργανισμούς.
«Η μεγάλη πλειονότητα των μικροβίων που καταπίνουν τα όρνεα δεν επιζούν σε αυτές τις συνθήκες» λέει ο Μίκαελ Ρόγκενμπουκ του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης, επίσης μέλος της ομάδας.
Ο γύπας Cathartes aura, το μεγαλύτερο από τα δύο είδη, με άνοιγμα φτερών μέχρι 1,85 μέτρα, έχει μαύρο φτέρωμα και γυμνό κεφάλι με κόκκινο δέρμα. Απαντάται σε μεγάλο μέρος της Βορείου Αμερικής.
Το δεύτερο είδος, Coragyps atratus νοτιοανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες. Έχει κι αυτό μαύρο φτέρωμα και γυμνό, γκρίζο κεφάλι.
Η εμφανισιακή ομοιότητα με το ευρωπαϊκό όρνεο ή άλλους γύπες της Ευρώπης οφείλεται όχι σε εξελικτική συγγένεια αλλά στη λεγόμενη συγκλίνουσα εξέλιξη, δηλαδή την εμφάνιση παρόμοιων χαρακτηριστικών σε μη συγγενικά είδη που ακολουθούν παρόμοιο τρόπο ζωής.
Τα ιπτάμενα πτωματοφάγα έχουν ασυνήθιστο πεπτικό σύστημα, τονίζει διεθνής ομάδα ορνιθολόγων και μικροβιολόγων. Η μελέτη σε δύο γύπες του Νέου Κόσμου δείχνει ότι τα πτηνά έχουν ιδιαίτερα όξινο στομάχι και έντερα που φιλοξενούν δύο επικίνδυνες ομάδες βακτηρίων.
Το διπλό αυτό χτύπημα εξουδετερώνει τους περισσότερους από τους παθογόνους οργανισμούς που κρύβονται στη σάπια σάρκα και θα ήταν δυνατόν να βλάψουν τα δύο πτηνά της Βορείου Αμερικής, τους γύπες Coragyps atratus και Cathartes aura.
«Ο γαστρεντερικός σωλήνας των γυπών είναι εχθρικό περιβάλλον» λέει στο πρακτορείο Reuters ο μικροβιολόγος Λαρς Χέστμπεργκ Χάνσεν του Πανεπιστημίου του Άαρχους στη Δανία, μέλος της ερευνητικής ομάδας που υπογράφει τη δημοσίευση στο Nature Communications.
Διαβάστε επίσης:
Οι γύπες της Κύπρου πετούν προς την εξαφάνιση
«Οι γύπες αυτοί τρέφονται με οποιοδήποτε νεκρό σπονδυλωτό ζώο -θηλαστικά, πτηνά, φίδια, ψάρια. Προτιμούν οργανισμούς που πέθαναν πρόσφατα αντί για εντελώς σάπια κουφάρια. Για παράδειγμα, τα ελάφια που σκοτώθηκαν στον αυτοκινητόδρομο μια μέρα πιο νωρίς είναι ιδανικά» τονίζει ο Γκάρι Γκρέιβς, ορνιθολόγος στο Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Ιδρύματος Smithsonian στην Ουάσινγκτον.
Οι ερευνητές εξέτασαν τη μικροχλωρίδα του εντέρου 50 πτηνών και από τα δύο είδη. Τα πλέον πολυπληθή μικρόβια ανήκαν στα γένη Clostridia και Fusobacteria, άκρως παθογόνα για άλλους οργανισμούς. Τα Clostridia, για παράδειγμα, θα μπορούσε να επιφέρει γάγγραινα και τέτανο.
Επιπλέον, τα οξέα του στομάχου εντοπίστηκε ότι είναι ασυνήθιστα ισχυρά, ικανά να εξουδετερώσουν τους περισσότερους μικροοργανισμούς.
«Η μεγάλη πλειονότητα των μικροβίων που καταπίνουν τα όρνεα δεν επιζούν σε αυτές τις συνθήκες» λέει ο Μίκαελ Ρόγκενμπουκ του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης, επίσης μέλος της ομάδας.
Ο γύπας Cathartes aura, το μεγαλύτερο από τα δύο είδη, με άνοιγμα φτερών μέχρι 1,85 μέτρα, έχει μαύρο φτέρωμα και γυμνό κεφάλι με κόκκινο δέρμα. Απαντάται σε μεγάλο μέρος της Βορείου Αμερικής.
Το δεύτερο είδος, Coragyps atratus νοτιοανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες. Έχει κι αυτό μαύρο φτέρωμα και γυμνό, γκρίζο κεφάλι.
Η εμφανισιακή ομοιότητα με το ευρωπαϊκό όρνεο ή άλλους γύπες της Ευρώπης οφείλεται όχι σε εξελικτική συγγένεια αλλά στη λεγόμενη συγκλίνουσα εξέλιξη, δηλαδή την εμφάνιση παρόμοιων χαρακτηριστικών σε μη συγγενικά είδη που ακολουθούν παρόμοιο τρόπο ζωής.


































