Οι γυναίκες κοιμούνται περισσότερο -περίπου μισή ώρα κατά μέσο όρο- από τους άνδρες, καθώς συνήθως πέφτουν στο κρεβάτι πιο νωρίς και ξυπνάνε αργότερα, πράγμα που είναι πιο έντονο στις ηλικίες 30 έως 60 χρόνων.
Οι μεσήλικες άνδρες είναι αυτοί κοιμούνται λιγότερο από όλους και οι γυναίκες κάτω των 25 χρόνων αυτές που κοιμούνται περισσότερο από όλους.
Αυτό αποκαλύπτει, μεταξύ άλλων, μια πρωτοποριακή διεθνής επιστημονική έρευνα, η οποία μελέτησε τις συνήθειες των ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο, συνδυάζοντας στοιχεία από μια δωρεάν εφαρμογή «έξυπνου» κινητού τηλεφώνου (με την ονομασία Entrain), μεγάλες βάσεις δεδομένων (big data) και στατιστικές τεχνικές.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον μαθηματικό Ντάνιελ Φόρτζερ του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό Science Advances, μελέτησαν την επίδραση των βιολογικών, κοινωνικών και άλλων παραγόντων στον ύπνο, συλλέγοντας δειγματοληπτικά στοιχεία από 5.000 ανθρώπους σε 100 χώρες.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ώρα που οι άνθρωποι πέφτουν να κοιμηθούν, καθορίζεται κυρίως από κοινωνικούς και πολιτισμικούς παράγοντες, ενώ αντίθετα η ώρα που θα ξυπνήσουν, εξαρτάται πρωτίστως από το βιολογικό «ρολόι» και δευτερευόντως από το ξυπνητήρι. Σε γενικές γραμμές πάντως, οι πιέσεις του πολιτισμού κυριαρχούν πάνω στις επιταγές της βιολογίας (τους κιρκαδιανούς ρυθμούς του σώματος).
Ανάμεσα στα ευρήματα της έρευνας είναι τα εξής:
Οι λιγότερο υπναράδες είναι όσοι ζουν στην Ιαπωνία και στη Σιγκαπούρη όπου ο μέσος όρος της διάρκειας του ύπνου είναι 7 ώρες και 24 λεπτά, ενώ περισσότερο από όλους κοιμούνται οι Ολλανδοί (8 ώρες και 12 λεπτά κατά μέσο όρο) και οι Αυστραλοί (8 ώρες και 10 λεπτά).
Παντού στον κόσμο οι μεσήλικες κοιμούνται λιγότερο, συνήθως λιγότερο από τις συνιστώμενες επτά έως οκτώ ώρες. Όσο οι άνθρωποι γερνάνε, τόσο πιο νωρίς πάνε για ύπνο και τόσο πιο νωρίς ξυπνάνε.
Όσοι περνάνε μερ...
Πηγή/Περισσότερα: in.gr
Οι μεσήλικες άνδρες είναι αυτοί κοιμούνται λιγότερο από όλους και οι γυναίκες κάτω των 25 χρόνων αυτές που κοιμούνται περισσότερο από όλους.
Αυτό αποκαλύπτει, μεταξύ άλλων, μια πρωτοποριακή διεθνής επιστημονική έρευνα, η οποία μελέτησε τις συνήθειες των ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο, συνδυάζοντας στοιχεία από μια δωρεάν εφαρμογή «έξυπνου» κινητού τηλεφώνου (με την ονομασία Entrain), μεγάλες βάσεις δεδομένων (big data) και στατιστικές τεχνικές.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον μαθηματικό Ντάνιελ Φόρτζερ του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό Science Advances, μελέτησαν την επίδραση των βιολογικών, κοινωνικών και άλλων παραγόντων στον ύπνο, συλλέγοντας δειγματοληπτικά στοιχεία από 5.000 ανθρώπους σε 100 χώρες.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ώρα που οι άνθρωποι πέφτουν να κοιμηθούν, καθορίζεται κυρίως από κοινωνικούς και πολιτισμικούς παράγοντες, ενώ αντίθετα η ώρα που θα ξυπνήσουν, εξαρτάται πρωτίστως από το βιολογικό «ρολόι» και δευτερευόντως από το ξυπνητήρι. Σε γενικές γραμμές πάντως, οι πιέσεις του πολιτισμού κυριαρχούν πάνω στις επιταγές της βιολογίας (τους κιρκαδιανούς ρυθμούς του σώματος).
Ανάμεσα στα ευρήματα της έρευνας είναι τα εξής:
Οι λιγότερο υπναράδες είναι όσοι ζουν στην Ιαπωνία και στη Σιγκαπούρη όπου ο μέσος όρος της διάρκειας του ύπνου είναι 7 ώρες και 24 λεπτά, ενώ περισσότερο από όλους κοιμούνται οι Ολλανδοί (8 ώρες και 12 λεπτά κατά μέσο όρο) και οι Αυστραλοί (8 ώρες και 10 λεπτά).
Παντού στον κόσμο οι μεσήλικες κοιμούνται λιγότερο, συνήθως λιγότερο από τις συνιστώμενες επτά έως οκτώ ώρες. Όσο οι άνθρωποι γερνάνε, τόσο πιο νωρίς πάνε για ύπνο και τόσο πιο νωρίς ξυπνάνε.
Όσοι περνάνε μερ...
Πηγή/Περισσότερα: in.gr


































