Εκτός από την υπογραφή του ιταλικού οίκου στη σχεδιαστική του υπόσταση, η εξέλιξη του Battista αποτελεί καρπό της συλλογικής προσπάθειας μηχανικών που έχουν συμβάλλει στη δημιουργία ορισμένων από τα πλέον αξιοζήλευτα mainstream και μη supercars, όπως τα Bugatti Veyron, Ferrari Sergio, Lamborghini Urus, Pagani Zonda και Porsche Mission E.
Το αποτέλεσμα το οποίο παρουσιάζεται σε παγκόσμια πρώτη στην έκθεση της Γενεύης είναι ένα αμιγώς ηλεκτροκίνητο GT, το οποίο πέρα από τους ανθρώπους που το συνδημιούργησαν και τα εκκεντρικά χαρακτηριστικά του, αξιώνει και τον τίτλο του ταχύτερου, νόμιμου για το δρόμο, αυτοκινήτου που έχει διαμορφωθεί ποτέ με ιταλική υπογραφή, με ό,τι αυτό θα μπορούσε να σημαίνει, με δεδομένη την εθνικότητα των Ferrari και Lamborghini.
Τον παραπάνω ισχυρισμό αναλαμβάνουν να υπερασπιστούν οι 1.900 ηλεκτρικοί του ίπποι και τα 2.300 Nm ροπής που «προκύπτουν» από την συνύπαρξη τεσσάρων ηλεκτρικών μοτέρ -ένα για κάθε τροχό- τα οποία αναλαμβάνουν να κινούν το ιταλικό supercar εξασφαλίζοντάς του εξωπραγματικές επιδόσεις.
Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τις συστάσεις το Battista υπόσχεται επιτάχυνση από 0-100 χλμ./ώρα σε λιγότερο από 2,0 δευτερόλεπτα και από 0-300 χλμ./ώρα σε επίσης λιγότερο από 12 δευτερόλεπτα, ενώ η μέγιστη ταχύτητά του διαμορφώνεται σε 350 χλμ./ώρα.
Το σύνολο συμπληρώνεται από την παρουσία μπαταριών ιόντων λιθίου απόδοσης 120 kWh δια χειρός Rimac, οι οποίες παρά τη γενναιόδωρη ισχύ εγγυώνται αυτονομία 450 χλμ.
Εκτός από τις εξωπραγματικές επιδόσεις του και την αδιάψευστη υπογραφή όσο και τεχνογνωσία της ιταλικής Carozzeria στις εξωτερικές του επιφάνειες, την ίδια «ιταλικότητα» φαίνεται να απηχεί και το εσωτερικό του όπου τα ακριβά υλικά συνδυάζονται με μια ιδιαιτέρως οδηγοκεντρική σχεδίαση που συγκεντρώνει όλες τις ενδείξεις σε τρεις οθόνες πίσω από το τιμόνι και τους διακόπτες-χειριστήρια πάνω σε αυτό, ή σοφά τοποθετημένα περιμετρικά του οδηγού.