Με την πανδημία να εμφανίζει νέα έξαρση ανά τον κόσμο, στη δημόσια συζήτηση έχει επιστρέψει το ζήτημα της ανοσίας.
Το περιοδικό Forbes έχει θέσει υπό διερεύνηση το ζήτημα, υπό το φως μιας ανακοίνωσης των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ.
Ειδικότερα τονίζει ότι τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) των ΗΠΑ δεν έχουν διασαφηνίσει εάν ή για πόσο καιρό έχει κανείς ανοσία στον κοροναϊό έπειτα από την ανάρρωσή του από τη νόσο Covid-19.
Πάντως, μια νέα προσθήκη στον ιστότοπο των CDC, στην ενότητα «Πότε μπαίνει κανείς σε Καραντίνα», αποκαλύπτει κάτι ενδιαφέρον: «Οι άνθρωποι που έχουν διαγνωσθεί θετικοί στην COVID-19 δεν χρειάζεται να τεθούν σε καραντίνα ή να προβούν εκ νέου σε διαγνωστικό έλεγχο για διάστημα έως και τριών μηνών, εφόσον δεν εμφανίσουν ξανά συμπτώματα».
Πότε αποκτά ανοσία κανείς; Γιατί όμως δεν χρειάζεται κάποιος να μπει σε καραντίνα ή να ελεγχθεί ξανά; Δεν υπάρχει πιθανότητα επανεμφάνισης τους ιού; Ή μήπως αποκτά ανοσία; Με άλλα λόγια, μήπως τώρα τα CDC υποδηλώνουν ότι θα μπορούσε να έχει κάποιος ανοσία στον κοροναϊό έως και τρεις μήνες μετά τη μόλυνσή του; Σίγουρα, αυτός είναι ένας τρόπος ερμηνείας της αναφοράς στον ιστότοπο των CDC.
Ενδεικτική είναι η ακόλουθη απάντηση μέσω Twitter στις αναθεωρημένες οδηγίες που δίνουν τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ: Επομένως, φαίνεται ότι δεν χρειάζεται να βιώσει κάποιος εκ νέου την «υπέροχη” εμπειρία της λήψης επιχρίσματος για διάστημα τριών μηνών από την ανάρρωσή του από την Covid-19, σωστά; Ίσως.
Γιατί αν πάει κάποιος λίγο παρακάτω στον ιστότοπο των CDC, για την ακρίβεια στην επόμενη πρόταση, θα διαβάσει το εξής: «Άτομα που εμφανίζουν ξανά συμπτώματα εντός 3 μηνών από την πρώτη περίοδο εμφάνισης της COVID-19 θα μπορούσε να χρειαστεί να ελεγχθούν εκ νέου εάν τα συμπτώματά τους δεν οφείλονται σε άλλη αιτία».
Άρα, θα μπορούσε να έχει κανείς ανοσία για έως και τρεις μήνες, εκτός αν, φυσικά, δεν έχει ανοσία για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.
Σωστά; Ίσως.
Αλλά, όχι ακριβώς.
Αν και ορισμένοι στα μέσα κοινωνικής δικτύωση...
Πηγή/Περισσότερα: in.gr


































