Ελληνικό κρασί: Οι εισαγωγές ξεπέρασαν για πρώτη φορά τις εξαγωγές στο ελληνικό κρασί Ημερομηνία:
8/3/2025, 13:24 - Εμφανίσεις: 134
Με μια αρνητική πρωτιά έκλεισε η χρονιά για το ελληνικό κρασί, καθώς για πρώτη φορά στα χρονικά το 2024, καταγράφηκε κατακόρυφη αύξηση των εισαγωγών φθηνών οίνων κατά 39,95%, οι οποίες ξεπέρασαν τις αντίστοιχες ποσότητες στις εξαγωγές.
Την ίδια στιγμή κάμψη παρατηρήθηκε και στις εξαγωγές του ελληνικού κρασιού, οι οποίες μειώθηκαν τόσο σε ποσότητες όσο και σε αξία, με την μεγαλύτερη πτώση να καταγράφεται στις ευρωπαϊκές αγορές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, τα οποία επεξεργάστηκε η ΚΕΟΣΟΕ, οι εισαγωγές το 2024 έφτασαν τους 25.512 τόνους, ενώ οι αντίστοιχες εξαγωγές κυμάνθηκαν στους 25.165 τόνους, δημιουργώντας δυσοίωνες προοπτικές και για το εμπορικό ισοζύγιο οίνου της χώρας.
Ταυτόχρονα, ιδιαίτερη ανησυχία έχει προκαλέσει το γεγονός στον αμπελουργικό κλάδο, ότι έχουν εισαχθεί μεγάλες ποσότητες κρασιών από την Βουλγαρία και την Ισπανία με τις μέσες τιμές να κινούνται στα 0,42 ευρώ/κιλό και 1,09 ευρώ/κιλό, αντίστοιχα, τιμές, που όπως επισημαίνουν χαρακτηριστικά είναι σε απελπιστικά χαμηλά επίπεδα και ανταγωνίζονται ακόμα και τις τιμές της πρώτης ύλης, των σταφυλιών, που παράγονται στη χώρα.
Μάλιστα, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τυχόν ελληνοποίησης των ποσοτήτων αυτών, ζητώντας αυστηρούς ελέγχους για την προστασία τόσο της ελληνικής οινοπαραγωγής όσο και του εισοδήματος των αμπελοκαλλιεργητών.
Οι φθηνές εισαγωγές από Βουλγαρία, Ισπανία και Ιταλία «Για πρώτη φορά στα χρονικά από τότε που υπάρχουν στοιχεία το 2024 οι εισαγωγές ήταν περισσότερες από τις εξαγωγές.
Αυτό υποδηλώνει ότι κάτι δε λειτουργεί σωστά, καθώς οι τιμές των εισαγόμενων κρασιών, των χύμα, είναι απελπιστικά χαμηλές και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις κάτω από το κόστος αγοράς της πρώτης ύλης, των σταφυλιών», τονίζει στον ΟΤ ο πρόεδρος της ΚΕΟΣΟΕ Χρήστος Μάρκος.
Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία που δημοσίευσε η ΕΛΣΤΑΤ και επεξεργάστηκε η ΚΕΟΣΟΕ, παρατηρείται έκρηξη εισαγωγών οίνων σε ποσότητα το 2024 κατά 39,95%, σε σύγκριση με το 2023 φτάνοντας τους 25.512 τόνους από 18.230 τόνους το 2023).