ΕΛΣΤΑΤ: Πλεόνασμα στέρησης και έλλειμμα εμπιστοσύνης – Γιατί δεν εμπιστευόμαστε τους άλλους Ημερομηνία:
1/5/2025, 08:28 - Εμφανίσεις: 138
Η φτώχεια βαθαίνει, η οικονομική ανισότητα παραμένει στα ύψη, οι υλικές στερήσεις εντείνονται, μας ενημερώνει η ΕΛΣΤΑΤ στη νέα έρευνα για το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού.
Τα στοιχεία για το 2024 θα μπορούσε να μη δείχνουν κάποια δραματική μεταβολή σε σύγκριση με το 2023, η συνολική τάση όμως δείχνει στασιμότητα ή επιδείνωση.
Ένα στοιχείο που πέρασε σχεδόν απαρατήρητο, αφορά τους δείκτες ευημερίας, όπως μετριούνται με βάση το βαθμό ικανοποίησης των πολιτών σε τρεις τομείς: Την προσωπική τους ζωή, την εμπιστοσύνη στους άλλους ανθρώπους και την εργασία τους.
Για την τελευταία η ΕΛΣΤΑΤ δεν παραθέτει στοιχεία φέτος.
Με βάση την έρευνα του 2024, οι Έλληνες είναι οι πλέον δυσαρεστημένοι με την εργασία τους μετά τους Βούλγαρους – με μέσο όρο ικανοποίησης το 6,8 σε μια κλίμακα 0 ως 10 (έναντι 7,4 στην ΕΕ των 27).
πηγή: ΕΛΣΤΑΤ (Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης 2024) Ανικανοποίητοι και καχύποπτοι Στον δείκτη ικανοποίησης από τη προσωπική ζωή παρατηρούμε ήπια επιδείνωση.
Στην έρευνα του 2024 το 23,8% του πληθυσμού δήλωνε χαμηλά ποσοστά ικανοποίησης από τη ζωή του (βαθμοί 0 ως 5 της κλίμακας) Το ποσοστό αυτό, με βάση τους πίνακες της Εurostat, μας κατέτασσε ως τον πλέον δυσαρεστημένο λαό στην ΕΕ των 27 μετά τη Βουλγαρία.
Φέτος έχουν αυξηθεί όσοι δηλώνουν καθόλου, ελάχιστα και λίγο ικανοποιημένοι, στο 25,4%, ενώ έχουν μειωθεί αντίστοιχα όσοι είναι αρκετά και πολύ ικανοποιημένοι.
Σε ό,τι αφορά την εμπιστοσύνη στους άλλους, είμαστε από τους πλέον καχύποπτους λαούς στην Ευρώπη.
Το 2023 η εμπιστοσύνη στους άλλους κυμαίνονταν στο 4,7 – κάτω από τη βάση του 5.
Ήταν η τέταρτη χαμηλότερη βαθμολογία στην ΕΕ, έπειτα από την Κύπρο, τη Λιθουανία και τη Σλοβενία (τα στοιχεία της Εurostat για τη Γαλλία χαρακτηρίστηκαν «χαμηλής αξιοπιστίας).
Φέτος, το 39,2% του πληθυσμού δηλώνει μηδενική ως λίγη εμπιστοσύνη στους άλλους ανθρώπους (βαθμοί 0 ως 4 της κλίμακας), ποσοστό εξαιρετικά υψηλό, αλλά σχετικά βελτιωμένο εν συγκρίσει με πέρυσι (40,8%).