Το Περιφερειακό Δικαστήριο του Βερολίνου επέβαλε στον 69χρονο Φρανκ Σ. κάθειρξη 12 ετών και, αμέσως μετά, προληπτική κράτηση. Νάρκωνε συστηματικά γυναίκες, τις κακοποιούσε σεξουαλικά και βιντεοσκοπούσε τις επιθέσεις. Η υπόθεση συγκαταλέγεται στις βαρύτερες υποθέσεις βιασμών κατά συρροή στη σύγχρονη ιστορία της γερμανικής δικαιοσύνης.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι ο κατηγορούμενος νάρκωσε και κακοποίησε συνολικά 58 γυναίκες. Κατέγραφε τις πράξεις και μοίραζε το υλικό στο διαδίκτυο με άλλους άνδρες. Στα ίχνη του έφτασαν οι Αρχές ύστερα από ανταλλαγή στοιχείων με έναν άνδρα ύποπτο για βιασμούς στο Φέρντεν της Κάτω Σαξονίας.
Μετά τη σύλληψη του άνδρα με τον οποίο συνομιλούσε, η αστυνομία ταυτοποίησε τον Φρανκ Σ. Έρευνα στο διαμέρισμά του έφερε στο φως τις βιντεοσκοπήσεις των επιθέσεων.
Φάρμακα στα ποτά και καταγραφή των επιθέσεων
Σύμφωνα με τη δικογραφία, ο 69χρονος χρησιμοποιούσε διαφορετικές φαρμακευτικές ουσίες και τις αναμείγνυε με αλκοόλ στα ποτά των γυναικών. Ο συνδυασμός τις άφηνε ανήμπορες να αντιδράσουν ή να αμυνθούν.
Κάποιες διατηρούσαν για λίγο τις αισθήσεις τους και τον παρακαλούσαν να σταματήσει. Εκείνος δεν τις άκουγε. Άλλες, λόγω της ισχυρής καταστολής, δεν μπορούσαν αργότερα να θυμηθούν τι είχε γίνει.
Γι' αυτό πολλές επιθέσεις δεν καταγγέλθηκαν ποτέ. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι ίδιες οι γυναίκες δεν γνώριζαν ότι είχαν υποστεί σεξουαλική βία, μέχρι που αστυνομικοί επικοινώνησαν μαζί τους στο πλαίσιο της έρευνας.
Το δικαστήριο έκρινε τον Φρανκ Σ. ένοχο για 22 βιασμούς σε βάρος 14 γυναικών. Σε εννέα περιπτώσεις τον έκρινε ένοχο και για προσβολή της ιδιωτικότητας, επειδή είχε βιντεοσκοπήσει τις επιθέσεις.
Η δίκη κράτησε τρεις μήνες. Κατέθεσαν και οι 14 γυναίκες, ενώ έξι πήραν μέρος ως υποστηρίζουσες την κατηγορία. Σημαντικό αποδεικτικό υλικό ήταν και τα βίντεο που είχε τραβήξει ο δράστης.
Οι δικαστές περιέγραψαν τις πράξεις ως ιδιαίτερα προσβλητικές και απαξιωτικές απέναντι στις γυναίκες. Στο σκεπτικό αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε με μέθοδο και εκμεταλλευόταν πλήρως την αδυναμία των θυμάτων.
Ψευδείς ταυτότητες και σταθερό μοτίβο
Από το 2016 έως το 2022 ο Φρανκ Σ. πλησίαζε γυναίκες μέσω διαδικτυακών πλατφορμών γνωριμιών. Κέρδιζε την εμπιστοσύνη τους με ψευδείς ισχυρισμούς για την ταυτότητα και το επάγγελμά του.
Σε μία παρουσιάστηκε ως αστυνομικός επιθεωρητής και σε άλλη ως πιλότος ελικοπτέρου. Έπειτα τις καλούσε στο διαμέρισμά του και τους πρόσφερε ποτά στα οποία είχε προσθέσει φαρμακευτικές ουσίες.
Οι επιθέσεις γίνονταν στην κρεβατοκάμαρά του, όπου υπήρχε μόνιμα στημένη βιντεοκάμερα. Σε ορισμένες περιπτώσεις βίαζε τα θύματα περισσότερες από μία φορές.
Το δικαστήριο υπογράμμισε ότι οι ενέργειές του ακολουθούσαν συγκεκριμένο μοτίβο και διακρίνονταν από συστηματικότητα και οργάνωση. Ο δικαστής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος κρατούσε το καταγεγραμμένο υλικό σαν συλλογή τροπαίων. Από τα στοιχεία που εξετάστηκαν προκύπτει ότι φέρεται να ξαναέβλεπε ορισμένα βίντεο ενώ κάπνιζε τσιγάρο.
Στη δίκη κατέθεσαν τέσσερις πραγματογνώμονες, με ειδίκευση μεταξύ άλλων στην πληροφορική, την τοξικολογία και την ψυχιατρική.
Ομολογία είχε διαβιβαστεί μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης στην έναρξη της δίκης. Το δικαστήριο έκρινε, παρ' όλα αυτά, ότι ο κατηγορούμενος εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για την κοινωνία.
Κράτηση και μετά την έκτιση της ποινής
Πέρα από την κάθειρξη των 12 ετών, επιβλήθηκε προληπτική κράτηση. Είναι ιδιαίτερα αυστηρό μέτρο του γερμανικού ποινικού συστήματος και μπορεί να παρατείνει τον εγκλεισμό καταδικασθέντος μετά την έκτιση της ποινής, όταν εξακολουθεί να θεωρείται επικίνδυνος.
Οι δικαστές έκριναν ότι η προχωρημένη ηλικία του δεν αρκεί για να αποκλειστεί ο κίνδυνος υποτροπής. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου επισήμανε ότι ο κατηγορούμενος δεν φαίνεται να έχει αντιληφθεί πλήρως τη σοβαρότητα των πράξεών του ούτε τις συνέπειες για τις γυναίκες.
Με βάση την ποινή, ο 69χρονος θα είναι ήδη άνω των 80 ετών όταν θα μπορούσε να ολοκληρώσει την έκτιση της κάθειρξης. Το αν θα μείνει κρατούμενος και μετά θα εξαρτηθεί από τις προβλεπόμενες νομικές διαδικασίες και τις αξιολογήσεις επικινδυνότητας.
Η απόφαση δεν είναι ακόμη τελεσίδικη. Ο καταδικασθείς διατηρεί το δικαίωμα να ασκήσει έφεση.
Οι δηλώσεις για τα θύματα και τη ντροπή
Οι συνήγοροι των γυναικών στάθηκαν στη σημασία της απόφασης για την προστασία τους από τον κίνδυνο νέων επιθέσεων.
«Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία για εμένα και την εντολέα μου είναι η προληπτική κράτηση που επιβλήθηκε, καθώς η εγκληματική προδιάθεση και η επικινδυνότητά του είναι, τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα, σαφείς», δήλωσε η δικηγόρος Σίλκε Στούντζινσκι, που εκπροσωπεί μία από τις γυναίκες.
Η δικηγόρος Λάουρα Λεογκράντε, που εκπροσωπεί επίσης μία από τις παθούσες, αναφέρθηκε στην απροθυμία των γυναικών να μιλήσουν δημόσια για όσα υπέστησαν. Εξήγησε ότι δεν πρόκειται για κάτι που πρέπει να τους καταλογιστεί.
Πολλές ένιωθαν ντροπή επειδή είχαν εμπιστευτεί τον δράστη και είχαν δεχθεί να τον επισκεφθούν στο σπίτι του. Η δικηγόρος τόνισε, όμως, ότι καμία δεν φέρει ευθύνη για τη σεξουαλική βία που υπέστη.
Ύστερα από αίτημα των υποστηριζουσών την κατηγορία, οι αγορεύσεις έγιναν κεκλεισμένων των θυρών, ώστε οι γυναίκες να μιλήσουν για τις επιθέσεις χωρίς την παρουσία του κοινού.
Έξω από το δικαστήριο, οργανώσεις όπως η Terre des Femmes και πρωτοβουλίες όπως η «Die Scham muss die Seite wechseln» («Η ντροπή πρέπει να αλλάξει πλευρά») εξέφρασαν συμπαράσταση στα θύματα και κάλεσαν σε κινητοποιήσεις κατά της σεξουαλικής βίας.
Η Σίνα Τονκ, στέλεχος της Terre des Femmes, δήλωσε στο Euronews ότι η παρουσία της οργάνωσης είχε στόχο να στείλει σαφές μήνυμα αλληλεγγύης στις γυναίκες που έχουν υποστεί κακοποίηση.
Όπως σημείωσε, μόνο μικρό ποσοστό των βιασμών καταγγέλλεται στην αστυνομία. Τα θύματα συχνά φοβούνται, ντρέπονται ή βρίσκουν εμπόδια όταν προσπαθούν να αναζητήσουν δικαιοσύνη.
Άλλες 44 υποθέσεις μπορεί να οδηγήσουν σε νέα δίκη
Η έρευνα των γερμανικών Αρχών δεν έχει κλείσει. Η δίκη που έγινε αφορούσε 14 γυναίκες, όμως οι αστυνομικοί εκτιμούν, με βάση το οπτικοακουστικό υλικό, ότι ο συνολικός αριθμός των θυμάτων ενδέχεται να φτάνει τις 58.
Παράλληλα εξετάζονται άλλες 44 υποθέσεις, που θα μπορούσαν να δικαστούν σε ξεχωριστή διαδικασία. Δεν έχει γίνει ακόμη ταυτοποίηση δέκα γυναικών που εκτιμάται ότι εμφανίζονται στα βίντεο.
Οι Αρχές έφτασαν στον Φρανκ Σ. έπειτα από πληροφορίες αστυνομικών της Κάτω Σαξονίας, οι οποίοι είχαν εντοπίσει συνομιλίες του με ύποπτο για βιασμούς στο Φέρντεν. Η σύλληψη του 69χρονου έγινε τον Μάρτιο του 2026. Από τότε παρέμενε σε προσωρινή κράτηση.
Η υπόθεση θεωρείται η μεγαλύτερη που έχει φτάσει μέχρι σήμερα στο Περιφερειακό Δικαστήριο του Βερολίνου και αφορά σεξουαλικές επιθέσεις με ουσίες που καθιστούν τα θύματα ανήμπορα να αντιδράσουν.
Η σεξουαλική βία σε βάρος γυναικών που έχουν ναρκωθεί βρίσκεται τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης και στη Γαλλία, ιδίως μετά την υπόθεση της Ζιζέλ Πελικό.
Η γερμανική υπόθεση δείχνει ξανά πόσο δύσκολο μπορεί να είναι για τα θύματα να αντιληφθούν τι τους έχει συμβεί, να ανακτήσουν τις αναμνήσεις τους και να καταγγείλουν την κακοποίηση. Δείχνει παράλληλα τον κρίσιμο ρόλο της ψηφιακής εγκληματολογικής έρευνας στην αποκάλυψη εγκλημάτων που διαφορετικά θα μπορούσαν να μείνουν ατιμώρητα.

































