Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, προειδοποίησε ότι οι συνέπειες της ενεργειακής κρίσης δεν έχουν εκδηλωθεί ακόμη στο σύνολό τους στην οικονομία της Ευρωζώνης. Η παρατεταμένη άνοδος των τιμών της ενέργειας, επισήμανε, ενδέχεται να κρατήσει τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα και να περιορίσει την ανάπτυξη.
Μίλησε χθες Πέμπτη, στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, όπου αποφασίστηκε να μείνουν αμετάβλητα τα τρία βασικά επιτόκια. Η ένταση και η διάρκεια των ενεργειακών πιέσεων, υπογράμμισε, θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό το αποτύπωμά τους στην οικονομία.
Η επικεφαλής της ΕΚΤ επανέλαβε ότι βασική προτεραιότητα παραμένει η επιστροφή του πληθωρισμού στον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%. Οι αποφάσεις για τη νομισματική πολιτική, διευκρίνισε, θα συνεχίσουν να λαμβάνονται με βάση τα διαθέσιμα οικονομικά στοιχεία, χωρίς προκαθορισμένη πορεία των επιτοκίων.
Οι υποκείμενες πληθωριστικές πιέσεις εμφανίζονται μέχρι στιγμής σχετικά σταθερές και δεν έχει παρατηρηθεί σημαντική αντίδραση των μισθών στην αύξηση του ενεργειακού κόστους. Παρόλα αυτά, η Λαγκάρντ προειδοποίησε για τον κίνδυνο να περάσουν οι ανατιμήσεις σε περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες.
Ο πληθωρισμός στο 3,8%
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η πρόεδρος της ΕΚΤ, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη επιταχύνθηκε τον Σεπτέμβριο στο 3,8%, από 3,2% τον Αύγουστο.
Καθοριστική ήταν η συμβολή της ενέργειας. Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των τιμών στον κλάδο έφτασε το 18,9%, έναντι 14,3% τον προηγούμενο μήνα.
Σημαντικές αυξήσεις καταγράφηκαν στη βενζίνη και στο πετρέλαιο κίνησης. Στην ανοδική τους πορεία συνέβαλαν τα υψηλότερα περιθώρια διύλισης.
Χωρίς την ενέργεια, ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,3%, από 2,1%. Στα τρόφιμα ανέβηκε στο 1,3%, στις υπηρεσίες έφτασε το 3,2% και στα αγαθά περιορίστηκε στο 1,1%.
Η Λαγκάρντ σημείωσε ότι οι τιμές της ενέργειας έχουν ξεπεράσει τις παραδοχές των προβλέψεων της ΕΚΤ τον Σεπτέμβριο. Ως αποτέλεσμα, ο γενικός πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα μείνει αισθητά πάνω από τον στόχο του 2% τα επόμενα τρίμηνα.
Πιέσεις στην οικονομική δραστηριότητα
Παρά τις αυξημένες προκλήσεις, τα διαθέσιμα οικονομικά δεδομένα δείχνουν ότι η οικονομία της Ευρωζώνης συνέχισε να αναπτύσσεται στο τρίτο τρίμηνο του 2026.
Τη δραστηριότητα στηρίζουν η ανάκαμψη των υπηρεσιών, οι επενδύσεις που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη και οι δημόσιες δαπάνες για υποδομές και άμυνα.
Το αυξημένο ενεργειακό κόστος, όμως, επιβαρύνει την καταναλωτική εμπιστοσύνη. Οι αυστηρότερες συνθήκες χρηματοδότησης επηρεάζουν αρνητικά την κατανάλωση και τις επενδύσεις.
Η ΕΚΤ θεωρεί ότι μια σταδιακή αποκλιμάκωση των τιμών της ενέργειας, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των πραγματικών εισοδημάτων και την ανθεκτικότητα της αγοράς εργασίας, θα μπορούσε να βελτιώσει μεσοπρόθεσμα τις αναπτυξιακές προοπτικές.
Οι εστίες αβεβαιότητας
Στους βασικούς παράγοντες κινδύνου για την ευρωπαϊκή οικονομία εξακολουθούν να περιλαμβάνονται οι γεωπολιτικές εξελίξεις, με ιδιαίτερη αναφορά στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και στον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας.
Η Λαγκάρντ επισήμανε ότι πιθανές παρατεταμένες διαταραχές στην ενεργειακή τροφοδοσία θα μπορούσαν να προκαλέσουν νέες ανατιμήσεις, να μειώσουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και να περιορίσουν την οικονομική δραστηριότητα.
Πρόσθετη πηγή αβεβαιότητας αποτελούν οι εμπορικές εντάσεις μεταξύ μεγάλων οικονομιών. Αυτές ενδέχεται να επηρεάσουν τις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού και τις ευρωπαϊκές εξαγωγές.
Στο μέτωπο της χρηματοδότησης, ο δανεισμός έχει γίνει ακριβότερος για επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Η πρόεδρος της ΕΚΤ ανέφερε ότι οι συνθήκες δανεισμού έγιναν δυσμενέστερες από την προηγούμενη συνεδρίαση.
Το κόστος άντλησης κεφαλαίων από τις αγορές ομολόγων για τις επιχειρήσεις αυξήθηκε τον Αύγουστο στο 4,1%, από 4% τον Ιούλιο. Τα τραπεζικά επιτόκια των επιχειρηματικών δανείων παρέμειναν στο 3,8%.
Ανοδικά κινήθηκαν και τα στεγαστικά επιτόκια, που έφτασαν το 3,6% από 3,5% τον προηγούμενο μήνα, επηρεάζοντας τη ζήτηση για νέα στεγαστικά δάνεια.
Παράλληλα, οι τράπεζες αυστηροποίησαν τα κριτήρια χορήγησης επιχειρηματικών δανείων, επικαλούμενες την αύξηση των οικονομικών κινδύνων.
Κατά την εκτίμηση της ΕΚΤ, οι εξελίξεις αυτές αναμένεται να περιορίσουν την κατανάλωση και τις επενδύσεις και, ταυτόχρονα, να συμβάλουν στη συγκράτηση των πληθωριστικών πιέσεων.

































