Ο βραβευμένος με το βραβείο Πούλιτζερ αμερικανός ποιητής Τζον Άσμπερι πέθανε τις πρωινές ώρες της Κυριακής 3 Σεπτεμβρίου στο Χάντσον της Νέας Υόρκης. Όπως προκύπτει από τον σύζυγό του Ντέιβιντ Κερμάνι ο θάνατος επήλθε από φυσικά αίτια. Ήταν 90 χρόνων.
Από τους πιο επιδραστικούς μεταμοντέρνους ποιητές των ΗΠΑ, ήταν ένα όνομα που αναφερόταν συχνά στις συζητήσεις και στις προβλέψεις για το Νομπέλ Λογοτεχνίας.
Γεννημένος το 1927 στο Ρότσεστερ της Νέας Υόρκης, ο Άσμπερι σπούδασε αγγλική και γαλλική φιλολογία στα πανεπιστήμια Χάρβαρντ και Κολούμπια. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1956 με την ποιητική συλλογή «Some trees», με εισαγωγή του Γ. Χ. Όντεν. Το 1958 με υποτροφία του ιδρύματος Fulbright, ταξίδεψε στο Παρίσι, για μεταπτυχιακές σπουδές. Εκεί εργάστηκε ως κριτικός τέχνης στη γαλλική έκδοση της εφημερίδας Herald Tribune. Ύστερα από την επιστροφή του στην Αμερική το 1965 εργάστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα ως αρχισυντάκτης του περιοδικού Art News και ως κριτικός τέχνης στο Newsweek. Δίδαξε Αγγλική Φιλολογία στο Brooklyn College του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, στο Χάρβαρντ και στο Bard College.
Εξέδωσε περισσότερα από τριάντα ποιητικά βιβλία και μεταφράσεις και ένα μυθιστόρημα. Οι γνωστότεροι τίτλοι είναι: «Some Trees» («Μερικά δέντρα»), 1956, «The Tennis Court Oath» («Ο όρκος του γηπέδου αντισφαίρισης»), 1962, «Rivers and Mountains» («Ποτάμια και βουνά»), 1966, «The Double Dream of Spring» («Το διπλό όνειρο της άνοιξης»), 1970, «Three Poems» («Τρία ποιήματα»), 1972, «Self-portrait in a Convex Mirror» («Αυτοπροσωπογραφία σε κυρτό κάτοπτρο»), 1975, «Houseboat Days» («Οι ημέρες στο πλωτό σπίτι»), 1977, «As we Know» («Όπως ξέρουμε»), 1979, «Shadow Train» («Συρμός σκιά»), 1981, «A Wave» («Ένα κύμα»), 1984, «April Galleons» («Ιστιοφόρα του Απριλίου»), 1987, «Flow Chart» («Αγγειογραφία»), 1991, «Hotel Lautreamont» («Ξενοδοχείο Λωτρεαμόν»), 1992, «And the Stars Were Shining» («Και τα αστέρια έλαμπαν»), 1994, «Can You Hear, Bird» («Πουλί, μπορείς ν' ακούσ...