Ενώ ο Τραμπ φαίνεται ότι κινεί τα νήματα των δασμών αυξάνονται οι φωνές, φίλων και επικριτών και στα δύο κόμματα που θα ήθελαν το Κογκρέσο να έχει έναν ισχυρότερο ρόλο στην εποπτεία των εμπορικών σχέσεων ευελπιστώντας ότι οι Γερουσιαστές θα περιορίσουν τον προστατευτισμό.
Ωστόσο ξεχνάνε ότι ιστορικά οι περισσότεροι γερουσιαστές και αντιπρόσωποι έχουν γείρει υπέρ των υψηλότερων εμποδίων στις εισαγωγές παρά στο ελεύθερο εμπόριο.
Αυτό υποστηρίζει με άρθρο του στο Bloomberg o Marc Levinson οικονομολόγος και ιστορικός στην Ουάσιγκτον.
Το πιο πρόσφατο βιβλίο του έχει τίτλο Outside the Box: How Globalization Changed from Moving Stuff to Spreading Ideas.
(Έξω από το κουτί: Πώς η παγκοσμιοποίηση άλλαξε από τη μεταφορά πραγμάτων στη διάδοση ιδεών.
Ο ίδιος αποτιμά ότι το Κογκρέσο είναι απίθανο να υπερασπιστεί μια πιο ανοιχτή αμερικανική οικονομία.
Η ιστορία των δασμών ξεκινάει μαζί με το πρώτο Κογκρέσο το 1789.
Το Σύνταγμα εξουσιοδότησε το νομοθετικό σώμα να φορολογεί τις εισαγωγές και όπερ εγένετο. Οι δασμοί επιβλήθηκαν για να γεμίσουν το αμερικανικό ταμείο αλλά και για να προστατεύσουν τους Αμερικανούς παραγωγούς.
Οι μπότες είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Οι εισαγόμενες επιβαρύνθηκαν με επιπλέον 50 σεντς και ήταν λιγότερο ανταγωνιστικές από τις μπότες που κατασκευαζόταν από εγχώρια δέρματα και κατασκευαστές που πολλοί είχαν εργαστήρια στην Φιλαδέλφεια.
Οι δασμοί ήταν η κύρια πηγή εσόδων για την κυβέρνηση.
Ωστόσο υπουργός Οικονομικών Αλεξάντερ Χάμιλτον θεώρησε ότι δεν συγκέντρωναν αρκετά χρήματα.
Ένα χρόνο αργότερα, έστειλε στο Κογκρέσο ένα δεύτερο νομοσχέδιο που αύξανε τους δασμούς «για την εξόφληση των χρεών των Ηνωμένων Πολιτειών και την ενθάρρυνση και προστασία των βιομηχανιών».
Το Κογκρέσο δεν έφερε αντιρρήσεις.
Αντέδρασε όμως δριμύτατα στα μετέπειτα σχέδια του Χάμιλτον για την καταβολή επιδοτήσεων σε μετρητά για να υποστηριχτούν οι εγχώριοι κατασκευαστές.
Οι προτάσεις του για τη χρήση δασμών για τον ίδιο σκοπό έγιναν γενικά αποδεκτές, εφόσον οι νομοθέτες από κάθε περ...