Σχολικές συνθήκες, στέγη που δεν είναι προσιτή, κόστος ζωής και πολιτικές λιτότητας έχουν οδηγήσει διαδηλωτές στους δρόμους στη Γαλλία και σε αρκετές ακόμη χώρες της Ευρώπης. Οι κυβερνήσεις δηλώνουν ότι αδυνατούν να καλύψουν ανάγκες, μπορούν όμως να αστυνομεύουν.
Μετά τις μαζικές κινητοποιήσεις του Σαββατοκύριακου της 17ης και 18ης Οκτωβρίου, η Γαλλία τελεί υπό απαγορεύσεις. Οι κινητοποιήσεις συνοδεύτηκαν από βίαιη καταστολή, ταραχές, συγκρούσεις με την αστυνομία και εκτεταμένες καταστροφές.
Οι μαθητικές κινητοποιήσεις είχαν αρχίσει περίπου έναν μήνα νωρίτερα και γρήγορα προστέθηκαν και άλλοι διαδηλωτές. Εκφράζουν δυσαρέσκεια για την άνοδο του κόστους ζωής, μεταξύ άλλων και για τις τιμές των καυσίμων, έπειτα από τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς που στην πράξη προκάλεσαν το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Η Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας (CGT), ένα από τα μεγαλύτερα συνδικάτα της Γαλλίας, στηρίζει τις διαδηλώσεις και ζητά χαμηλότερες τιμές, υψηλότερες συντάξεις και αυξήσεις μισθών.
Σύμφωνα με το France 24, το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων» έχει καλέσει νέο γύρο διαδηλώσεων το Σάββατο. Συνδικαλιστικές οργανώσεις προσανατολίζονται παράλληλα σε νέα «μέρα πανεθνικών δράσεων, μεταξύ άλλων και απεργιακών», την Πέμπτη 5 Νοεμβρίου.
Γαλλία: Η κυβέρνηση λέει ότι αδυνατεί να προσφέρει, μπορεί όμως να αστυνομεύει
Στη Γαλλία οι κινητοποιήσεις άρχισαν στις 21 Σεπτεμβρίου, στο λύκειο Σεντ-Εξιπερί στο Κρετέιγ, προάστιο του Παρισιού. Οι μαθητές ενώθηκαν με τους εκπαιδευτικούς τους και διαμαρτυρήθηκαν για κενές θέσεις εργασίας, ελλείψεις προσωπικού και ανεπαρκή διάθεση πόρων.
Η κινητοποίηση απλώθηκε γρήγορα. Έως τις 30 Σεπτεμβρίου είχαν επηρεαστεί 356 λύκεια σε όλη τη χώρα. Οι μαθητές στρέφονται κατά των υπερπλήρων τάξεων, της επιδείνωσης των κτιρίων, των ελλείψεων προσωπικού, των εξαντλητικών ωρολογίων προγραμμάτων και ενός συστήματος εισαγωγής στα πανεπιστήμια που πολλοί βιώνουν ως μηχανισμό ο οποίος καθορίζει το μέλλον τους χωρίς να τους δίνει ουσιαστικές ευκαιρίες. Μαζί τους έχουν κινητοποιηθεί εκπαιδευτικοί, γονείς και φοιτητές.
Η άμεση οργή για τις ακάλυπτες θέσεις εκπαιδευτικών ενισχύθηκε από τον προϋπολογισμό του 2026, που κατάργησε 3.256 υφιστάμενες θέσεις εκπαιδευτικών στα δημόσια σχολεία. Σε σχέση με το 2008, τα γαλλικά δημόσια σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης εξυπηρετούν περίπου 250.000 περισσότερους μαθητές, απασχολούν όμως λιγότερους εκπαιδευτικούς. Οι πολυπληθείς τάξεις έχουν γίνει ο κανόνας και οι ελλείψεις είναι ιδιαίτερα σοβαρές στα φτωχότερα προάστια. Έρευνα συνδικαλιστικής οργάνωσης έδειξε ακάλυπτες θέσεις εκπαιδευτικών στα δύο τρίτα των σχολείων του νομού Σεν-Σεν-Ντενί, όπως σημειώνει σε άρθρο του στο Social Europe ο αναπληρωτής καθηγητής του πανεπιστημίου του Λίνκολν, Baris Cayli Messina.
Ο αρθρογράφος μιλά για διοικητικές αποτυχίες. Το κυριότερο, γράφει, είναι ότι αυτές διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι αντιλαμβάνονται τη θέση τους στην κοινωνία. Η ανισότητα γίνεται ορατή και απτή μέσω του εκπαιδευτικού που απουσιάζει, της υπερπλήρους αίθουσας, της στέγης που στάζει και της αγωνίας μήπως η ταχυδρομική περιοχή όπου κατοικεί κάποιος έχει ήδη περιορίσει τις μελλοντικές του προοπτικές. Επισημαίνει ακόμη ότι το ίδιο κράτος, που δηλώνει πως αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες τους, μπορεί να δείξει εντυπωσιακή ενεργητικότητα όταν η οργή μεταφέρεται στους δρόμους.
Πριν από τις ταραχές του Σαββάτου είχαν αναπτυχθεί στη Γαλλία πολλές αστυνομικές δυνάμεις, με χρήση δακρυγόνων και όπλων ελέγχου πλήθους, ενώ οι συλλήψεις διαδηλωτών έφτασαν τις χιλιάδες. Ο ίδιος σημειώνει ότι, όταν μια γενιά μαθαίνει από τη δική της εμπειρία πως το κράτος λείπει την ώρα που χρειάζεται στήριξη και εμφανίζεται με συντριπτική ισχύ όταν εκδηλώνεται κοινωνική διαμαρτυρία, η κρίση δεν αφορά πια μόνο την εκπαίδευση ή τη δημόσια τάξη. Αφορά, γράφει, την ίδια τη σχέση ανάμεσα στον πολίτη και τη δημοκρατία.
Αντιδράσεις και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες
Δεν είναι μόνο η Γαλλία. Κυβερνήσεις και σε άλλες χώρες της Ευρώπης βρίσκονται αντιμέτωπες με κοινωνικές αντιδράσεις και διαδηλώσεις. Σε όλη την ήπειρο αντιμετωπίζουν δημοσιονομικές πιέσεις, δημόσιες υποδομές που γερνούν, ελλείψεις εκπαιδευτικών, στεγαστικές κρίσεις και αυξανόμενες απαιτήσεις από τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας.
Πέρα από τα Πυρηναία, στην Ισπανία, ακτιβιστές βγήκαν στους δρόμους τον Σεπτέμβριο για τις τιμές των κατοικιών. Αφορμή στάθηκε η έξωση της 87χρονης Μαρικάρμεν Αμπασκάλ από το σπίτι της, αφού επενδυτικό ταμείο αύξησε το ενοίκιό της κατά 230%. Δύο εβδομάδες αργότερα η Μαρικάρμεν πέθανε, έπειτα από εισαγωγή της στο νοσοκομείο.
Υπό την πίεση, η σοσιαλιστική κυβέρνηση ενέκρινε μέτρα για προσιτή κατοικία. Τα μέτρα δεν συγκέντρωσαν όμως την αναγκαία κοινοβουλευτική στήριξη. Σύμφωνα με το AP, η εξέλιξη αυτή συνδέθηκε με την προκήρυξη πρόωρων εκλογών από τον πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ για τον Νοέμβριο. Έχει επίσης προκηρυχθεί γενική απεργία, η πρώτη ύστερα από 14 χρόνια.
Οι διαδηλωτές ζητούν πάγωμα των ενοικίων, αναστολή των εξώσεων ευάλωτων ανθρώπων και ρύθμιση τόσο των βραχυχρόνιων μισθώσεων όσο και της ενοικίασης μεμονωμένων δωματίων.
Ανάλογα αιτήματα διατυπώθηκαν το Σάββατο και στην Πορτογαλία, στην άλλη πλευρά των συνόρων της Ιβηρικής Χερσονήσου. Εκατοντάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο κέντρο της Λισαβόνας, μεταδίδει ο Guardian. Επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι οι τιμές των κατοικιών στην Πορτογαλία υπερδιπλασιάστηκαν μεταξύ 2015 και 2024, με ρυθμό περίπου διπλάσιο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ιταλία: Αποστολή στρατιωτών στο Μιλάνο
Στην Ιταλία, οι κινητοποιήσεις με την ονομασία «Italia in Piazza», δηλαδή «Η Ιταλία στις πλατείες», συγκέντρωσαν χιλιάδες διαδηλωτές. Ζητούν καλύτερες συνθήκες απασχόλησης, υψηλότερους μισθούς, πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, ενίσχυση της εκπαίδευσης και μέτρα για τη στέγαση. Βασικός παράγοντας της δυσαρέσκειας είναι η οικονομική πίεση. Κυβερνητικά στοιχεία που επικαλείται το AP δείχνουν ότι ο πληθωρισμός στην Ιταλία έφτασε το 4,2% τον Σεπτέμβριο, πάνω από το 3,8% που καταγράφηκε στην ευρωζώνη.
Ο Ιταλός υπουργός Άμυνας Γκουίντο Κροζέτο αποφάσισε την αποστολή πεντακοσίων στρατιωτών στο Μιλάνο για «την ενίσχυση της ασφάλειας της πόλης», μετά τα επεισόδια του Σαββατοκύριακου που ακολούθησαν τις πορείες.
Την ίδια ώρα συνεχίζονται στην Αλβανία οι διαδηλώσεις κατά του πρωθυπουργού Έντι Ράμα. Οι διαδηλωτές δηλώνουν δυσαρεστημένοι για τη διαφθορά και την ατιμωρησία, για την έλλειψη θέσεων εργασίας και για το χαμηλό επίπεδο της εκπαίδευσης.

































