Σχόλιο για διαφθορά στην εισαγγελία του Αρείου Πάγου διατυπώνει ο Ζαχαρίας Κεσσές, συνήγορος θυμάτων των παράνομων παρακολουθήσεων, με αφορμή αναφορές του εισαγγελέα του ανώτατου δικαστηρίου, Βασίλειου Φλωρίδη.
Όπως μεταφέρει, ο κ. Φλωρίδης γράφει ότι η μόλυνση της φλέβας φέρνει τη βλάβη ως την καρδιά του οργανισμού. Στην περίπτωσή τους, λέει ο κ. Κεσσές, η καρδιά είναι το Κράτος Δικαίου. Του ζητά να θυμηθεί την πορεία της υπόθεσης των υποκλοπών και κάνει λόγο για διαφθορά στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, με εισαγγελικές διατάξεις που δεν έχουν καμία αιτιολογία και με υποχωρήσεις και εκπτώσεις που χαρακτηρίζει οφθαλμοφανείς.
Ξαναγυρνώντας σε κρίσιμα σημεία της υπόθεσης που απασχόλησε έντονα, τονίζει ότι η θεσμική διαφθορά δεν προϋποθέτει φάκελο με χρήματα. Μπορεί να εμφανιστεί ως αδράνεια που ασκείται επιλεκτικά, ως επιείκεια που δεν εξηγείται απέναντι σε κρίσιμα κενά και ως αποφάσεις που αφήνουν την αλήθεια χωρίς έρευνα, την ώρα που ο χρόνος εξαντλεί την ποινική αξίωση.
Κλείνοντας, επισημαίνει ότι η «φλέβα διαφθοράς» φτάνει πράγματι στην καρδιά του Κράτους Δικαίου και ότι οι υποκλοπές απαιτούν απαντήσεις. Όσοι χειρίστηκαν την υπόθεση, προσθέτει, οφείλουν να λογοδοτήσουν για όσα έκαναν και για όσα παρέλειψαν. Παραπέμπει στη φράση του κ. Φλωρίδη ότι κανείς δεν πρέπει να μένει ανεξέλεγκτος και ότι όλοι πρέπει να λογοδοτούν.
Όσα λέει ο Ζαχαρίας Κεσσές
Τον τίτλο του άρθρου που δημοσίευσε στην «Καθημερινή» ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Φλωρίδης, «Φλέβα διαφθοράς στη Δικαιοσύνη», ο κ. Κεσσές τον χαρακτηρίζει σοκαριστικό. Ο κ. Φλωρίδης αναφέρει ότι, αν μολυνθεί η φλέβα, η βλάβη φτάνει στην καρδιά του οργανισμού. Για τη δική τους περίπτωση, διευκρινίζει ο συνήγορος, αυτή η καρδιά είναι το Κράτος Δικαίου.
Ζητά να υπενθυμιστεί τι έγινε στην υπόθεση των υποκλοπών και πόση διαφθορά, όπως γράφει, υπάρχει στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, μέσα από εισαγγελικές διατάξεις εντελώς χωρίς αιτιολογία και μέσα από υποχωρήσεις και εκπτώσεις που θεωρεί οφθαλμοφανείς.
Οι κ. Ζήσης και Αδειλίνη, αναφέρει, έβαλαν τέλος στην έρευνα χωρίς κρίσιμες διασταυρώσεις, χωρίς κλήση των θυμάτων και χωρίς εξέταση μαρτύρων με ουσιώδη ρόλο. Έλεγχος σε στοιχεία παρόχων και στις εγκαταστάσεις της ΕΥΠ και του ΚΕΤΥΑΚ δεν έγινε εγκαίρως. Κρίσιμα πληροφοριακά δελτία δεν αναζητήθηκαν. Κι όμως, αποκλείστηκε ο κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια και η απόπειρα κατασκοπείας. Ο αποκλεισμός κάλυψε ακόμη και τη στόχευση της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων, του υπουργού Εξωτερικών και του ΚΥΣΕΑ. Η δικογραφία αφαιρέθηκε από τρεις εισαγγελείς Πρωτοδικών λίγο πριν την άσκηση διώξεων και ανατέθηκε στον κ. Ζήση, με αποτελέσματα ήδη γνωστά.
Μετά τη διαβίβαση της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, ο κ. Τζαβέλλας κράτησε τη δικογραφία είκοσι ημέρες. Δεν εξέτασε μάρτυρα. Δεν ζήτησε συνδρομή από υπηρεσία. Προκειμένου να αποκλείσει κατασκοπευτική στόχευση της στρατιωτικής ηγεσίας και του υπουργού Εξωτερικών, στηρίχθηκε σε κατασκευή που χαρακτηρίζει αδιανόητη: ότι οι δράστες ήταν οι ίδιοι και ότι είχαν παγιδεύσει επίσης έναν ηθοποιό και έναν δημοσιογράφο. Από τα δεκάδες νέα στοιχεία που προέκυψαν στη δίκη, δεν εξέτασε κανένα.
Ο ίδιος, συνεχίζει, είχε την εποπτεία της ΕΥΠ στο επίδικο διάστημα. Είχε υπογράψει διατάξεις με τις οποίες παρακολουθούνταν ο Θ. Κουκάκης και είχε καταθέσει στη Βουλή ως μάρτυρας για την υπόθεση. Παρ' όλα αυτά ανέλαβε να τη χειριστεί. Το θέμα της αμεροληψίας που θέτουν τα γεγονότα αυτά, μαζί με την παραβίαση του άρθρου 15 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δεν αντιμετωπίστηκε επί της ουσίας.
Ο κ. Μπακέλλας, γράφει, απέρριψε τις αιτήσεις ανάσυρσης των κ. Σαμαρά, Κουκάκη και Σπίρτζη με τρόπο προκλητικό και χωρίς αιτιολογία. Αρνήθηκε την εξέταση πέντε κρίσιμων μαρτύρων. Το σκεπτικό ήταν ότι ενδέχεται να εμπλέκονται στις πράξεις, χωρίς πρώτα να ακουστεί τι γνωρίζουν. Η μήνυση του Γ. Παπαδόπουλου μένει ανεξέταστη επί δύο μήνες. Εκείνος, την περίοδο της παγίδευσής του, είχε αναλάβει προϊστάμενος της μονάδας Αντικατασκοπείας της ΕΥΠ. Ο κ. Μπακέλλας απέφυγε επίσης να καλέσει τον Ταλ Ντίλιαν, όχι για κατάθεση, αλλά για να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία ως προς όσα δηλώνει δημόσια εδώ και μήνες για την προμήθεια του λογισμικού σε κρατική υπηρεσία.
Δεν υποστηρίζει ότι αποδείχθηκε χρηματισμός. Η θεσμική διαφθορά, όμως, δεν έχει ανάγκη από φάκελο με χρήματα. Μπορεί να πάρει τη μορφή επιλεκτικής αδράνειας ή επιείκειας που μένει ανεξήγητη μπροστά σε κρίσιμα κενά. Μπορεί επίσης να εκφραστεί με αποφάσεις που αφήνουν την αλήθεια χωρίς να ερευνηθεί, ενώ η ποινική αξίωση εξαντλείται από τον χρόνο.
Η «φλέβα διαφθοράς», καταλήγει, φτάνει πράγματι στην καρδιά του Κράτους Δικαίου. Η υπόθεση των υποκλοπών απαιτεί απαντήσεις. Όσοι την χειρίστηκαν έχουν υποχρέωση να λογοδοτήσουν για τις πράξεις και τις παραλείψεις τους. Θυμίζει τον κ. Φλωρίδη, ο οποίος λέει ότι κανείς δεν πρέπει να μένει ανεξέλεγκτος και ότι όλοι πρέπει να λογοδοτούν.

































