Οι ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες συγκεντρώνουν κατά κανόνα λιγότερους ψηφοφόρους από τις προεδρικές. Φέτος, όμως, το ενδιαφέρον είναι έντονο τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, ιδίως στην Ευρώπη.
Ο αντίκτυπος έγινε αισθητός στην Ευρώπη πριν καν γίνουν γνωστά τα αποτελέσματα.
Με τις τιμές των καυσίμων να πιέζουν τους Αμερικανούς ψηφοφόρους, ο Ντόναλντ Τραμπ κατέληξε πρόσφατα σε συμφωνία για έναρξη εισαγωγών ρωσικού ντίζελ, ελπίζοντας να ρίξει τις τιμές πριν από την ημέρα των εκλογών. Η κίνηση ανατρέπει την πολυετή πίεση των ΗΠΑ προς τη Μόσχα για τον πόλεμο κατά της Ουκρανίας.
Η απόσταση από την ευρωπαϊκή στάση είναι μεγάλη. Στις 12 Οκτωβρίου η ΕΕ ενέτεινε τις κυρώσεις κατά του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος της Ρωσίας, στοχεύοντας 1.569 άτομα και οντότητες.
Τέσσερις ημέρες αργότερα, ο Τραμπ ήρε σημαντικές νέες αμερικανικές κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας, με βάση νομοθεσία που είχε υπογράψει ο ίδιος λίγες μόλις εβδομάδες νωρίτερα.
Κατά τη Γουάγια Κουίβιγκερ, καθηγήτρια Παγκόσμιας Διακυβέρνησης και Ανάπτυξης στο IE University, οι αποφάσεις αυτές στέλνουν συγκεκριμένο μήνυμα στο Κίεβο και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες: η πίεση προς τη Ρωσία δεν είναι δεδομένη και μπορεί να χαλαρώσει όταν προηγούνται τα εκλογικά συμφέροντα των ΗΠΑ.
Με τις ήττες των Ρεπουμπλικάνων να φαίνονται ολοένα πιθανότερες, το Κογκρέσο μπορεί σε λίγες εβδομάδες να έχει εντελώς διαφορετική σύνθεση. Παραμένει ανοιχτό αν μια νέα σύνθεση μπορεί να μεταβάλει τις σχέσεις ΗΠΑ και Ευρώπης.
Για την Ευρώπη, το ζήτημα βαραίνει περισσότερο σε δύο πεδία: την ασφάλεια και το εμπόριο.
Σε άρθρο της στο The Conversation, η Κουίβιγκερ επισημαίνει ότι οι Ευρωπαίοι δεν θα πρέπει να περιμένουν πως οι εκλογές του Νοεμβρίου θα αποκαταστήσουν αμέσως τις τεταμένες διατλαντικές σχέσεις.
Σύμφωνα με στοιχεία της Kalshi Politics στις 22 Οκτωβρίου 2026, οι πιθανότητες ελέγχου της Γερουσίας διαμορφώνονταν σε 67% για τους Δημοκρατικούς και 33% για τους Ρεπουμπλικάνους.
Για τη Βουλή των Αντιπροσώπων, οι αντίστοιχες πιθανότητες ήταν 92% για τους Δημοκρατικούς και 8% για τους Ρεπουμπλικάνους.
Τι μπορεί να μεταβάλει το Κογκρέσο
Τρία ενδεχόμενα των ενδιάμεσων ξεχωρίζουν. Οι Ρεπουμπλικανοί να κρατήσουν και τα δύο σώματα, αφήνοντας το Κογκρέσο «κόκκινο». Ένα «μπλε κύμα», με τους Δημοκρατικούς να αναλαμβάνουν και τις δύο Βουλές. Ή ένα «μπλε κυματάκι», όπου οι Δημοκρατικοί κερδίζουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων και οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν τη Γερουσία.
Βουλή υπό δημοκρατικό έλεγχο θα μπορούσε να μπλοκάρει τη θέσπιση νόμων, να ερευνήσει κυβερνητικές αποφάσεις και να διαπραγματευτεί τις δαπάνες.
Η κατάκτηση της Γερουσίας θα προσέθετε βάρος στους διορισμούς, συμπεριλαμβανομένων πρεσβευτών και ανώτερων αξιωματούχων.
Ακόμη και ο έλεγχος και των δύο σωμάτων από τους Δημοκρατικούς θα άφηνε άθικτο το βέτο του Τραμπ. Ο πρόεδρος θα μπορούσε επίσης να συνεχίσει να καταφεύγει σε εκτελεστικά διατάγματα.
Ούτε μια ήττα στο εσωτερικό θα τον καθιστούσε κατ' ανάγκην λιγότερο δραστήριο στο εξωτερικό. Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι το αντίθετο.
Με τη νομοθετική ατζέντα μπλοκαρισμένη, θα μπορούσε να στραφεί σε διεθνείς συμφωνίες, σε αντιπαραθέσεις και στην προεδρική του κληρονομιά.
Και στα δύο «μπλε» σενάρια, οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να προετοιμαστούν για πρόεδρο περιορισμένο στο εσωτερικό, αλλά ακόμη διατεθειμένο να αναλάβει μεγάλα πολιτικά ρίσκα στην εξωτερική πολιτική.
Τέτοιου είδους διπλασιασμός της προσπάθειας δεν θα ήταν χωρίς προηγούμενο. Τον Ιανουάριο του 2007 ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος έστειλε πάνω από 20.000 επιπλέον Αμερικανούς στρατιώτες στο Ιράκ, αφού στις ενδιάμεσες του 2006 είχε χάσει και τη Βουλή και τη Γερουσία.
Ουκρανία, ΝΑΤΟ και τα όρια των διαβεβαιώσεων
Για την Ουκρανία, οι ενδιάμεσες εκλογές μπορεί να έχουν σημαντικές συνέπειες.
Αν οι Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν τον έλεγχο, η αμερικανική στήριξη θα εξαρτάται από το αν νομοθέτες που αντιτίθενται σε παραχωρήσεις προς τη Μόσχα είναι διατεθειμένοι να αμφισβητήσουν τον πρόεδρό τους.
Κάτι τέτοιο δεν είναι αδιανόητο. Η συμφωνία για το ντίζελ και η άρση των κυρώσεων έχουν προκαλέσει έντονη κριτική και από τα δύο κόμματα, δείχνοντας ότι η στήριξη στον Τραμπ δεν μεταφράζεται πάντα σε συμφωνία για τη Ρωσία. Η κριτική από μόνη της, όμως, δεν βοηθά ιδιαίτερα την Ουκρανία.
Βουλή στα χέρια των Δημοκρατικών θα εξασφάλιζε αυστηρότερο έλεγχο και έναν πιθανό υποστηρικτή της βοήθειας προς το Κίεβο.
Η χρηματοδότηση θα εξακολουθούσε να απαιτεί συμφωνία με τη Γερουσία και τον πρόεδρο. Υπόσχεση βοήθειας προς την Ουκρανία δεν θα σήμαινε αυτομάτως παράδοση όπλων στο μέτωπο.
Ο έλεγχος και των δύο σωμάτων από τους Δημοκρατικούς θα ενίσχυε την επιρροή του Κογκρέσου σε χρηματοδότηση και κυρώσεις. Ακόμη και τότε, το Κογκρέσο δεν θα μπορούσε να διαπραγματευτεί εκ μέρους του Τραμπ ούτε να εγγυηθεί ότι η κυβέρνησή του θα εφάρμοζε την πολιτική όπως την είχαν σχεδιάσει οι νομοθέτες. Ο ίδιος θα μπορούσε επίσης να καταφύγει σε εκτελεστικά διατάγματα για να παρακάμψει ουσιαστικά το Κογκρέσο.
Η πρόσφατη άρση των ρωσικών κυρώσεων δείχνει αυτό το πρόβλημα. Το Κογκρέσο ενέκρινε αυστηρά μέτρα, αλλά ο πρόεδρος τα ήρε λίγο αργότερα, επικαλούμενος το εθνικό συμφέρον. Η Ευρώπη, και ιδίως η Ουκρανία, καλείται να κατανοήσει ότι νόμοι που φαίνονται αυστηροί μπορεί να έχουν ελάχιστη σημασία, αφού οι κυρώσεις μπορούν να αρθούν ή να ανασταλούν επ' αόριστον.
Παράλληλα, πρόσφατοι περιορισμοί στη δορυφορική συνδεσιμότητα της Ουκρανίας αποκαλύπτουν μια ακόμη ευπάθεια.
Ουκρανοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι όρια ταχύτητας που επηρεάζουν το Starshield, τη στρατιωτική δορυφορική υπηρεσία της SpaceX, διέκοψαν επιχειρήσεις με drones. Ο Έλον Μασκ απέδωσε τον έλεγχο των περιορισμών στο Starshield στον αμερικανικό στρατό και στον πρόεδρο, χωρίς να είναι ακόμη σαφές γιατί διακόπηκε η λειτουργία της υπηρεσίας.
Σύμφωνα με την Washington Post, στις 23 Οκτωβρίου 2026 ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε ότι ο Έλον Μασκ ήρε τους περιορισμούς στην πρόσβαση της Ουκρανίας στο Starshield, το στρατιωτικό αντίστοιχο του Starlink. Ουκρανοί στρατιώτες έλεγαν, όμως, την Παρασκευή ότι οι διακοπές στο Starshield συνεχίζονταν.
Η σκιά της Ουάσιγκτον στην Ουκρανία
Για την Ευρώπη απαιτούνται μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες. Δεν θα αρκούν, όμως, αν οι βασικές επικοινωνίες και άλλες στρατιωτικές δυνατότητες εξακολουθούν να εξαρτώνται από αποφάσεις που λαμβάνονται στην Ουάσιγκτον.
Η στήριξη του Κογκρέσου μπορεί να δώσει πόρους, δεν μπορεί όμως να αντικαταστήσει τις δυνατότητες της ίδιας της Ευρώπης ούτε να καταστήσει αξιόπιστες τις προεδρικές δεσμεύσεις.
Η σύγκρουση ΗΠΑ και Ιράν προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο αβεβαιότητας. Η Ευρώπη εκτίθεται στις οικονομικές συνέπειες του πολέμου μέσω των αγορών ενέργειας και της ναυτιλίας, έχει όμως περιορισμένη επιρροή στις αμερικανικές αποφάσεις.
Κογκρέσο υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών θα μπορούσε να εντείνει τον έλεγχο των στρατιωτικών επιχειρήσεων και να επιδιώξει περιορισμούς μέσω της νομοθεσίας και των δαπανών.
Οι πολεμικές εξουσίες του Κογκρέσου δεν αποτελούν, ωστόσο, απλή εγγύηση αυτοσυγκράτησης. Ο Τραμπ, επιδιώκοντας να αφήσει κληρονομιά στην εξωτερική πολιτική, ενδέχεται να επιδιώξει διπλωματική νίκη, περαιτέρω εξαναγκασμό ή να εναλλάσσεται μεταξύ των δύο.
Σε καθεμία από αυτές τις περιπτώσεις, η Ευρώπη πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προστατεύει τα συμφέροντά της.
Εμπόριο και δασμοί χωρίς αυτόματη εκεχειρία
Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ενδέχεται να δουν στις νίκες των Δημοκρατικών προοπτική μεγαλύτερης προβλεψιμότητας. Δεν θα πρέπει, όμως, να τη συγχέουν με αυτόματο τέλος των εμπορικών διαφορών.
Το Κογκρέσο κατέχει συνταγματική εξουσία επί των δασμών, έχει όμως εκχωρήσει σημαντικές εξουσίες στον πρόεδρο. Η αλλαγή πλειοψηφίας δεν καταργεί από μόνη της τους υφιστάμενους δασμούς ούτε ανακαλεί αυτές τις εξουσίες.
Βουλή υπό δημοκρατικό έλεγχο θα μπορούσε να εμποδίσει νέα νομοθεσία και να αναδείξει το κόστος των πολιτικών του. Η κατάκτηση και της Γερουσίας θα ενίσχυε τις προσπάθειες περιορισμού της προεδρικής διακριτικής ευχέρειας. Ο Τραμπ διατηρεί πάντως δικαίωμα βέτο, και η υπέρβασή του θα απαιτούσε κάτι περισσότερο από οριακή πλειοψηφία των Δημοκρατικών.
Κογκρέσο υπό ρεπουμπλικανικό έλεγχο θα μπορούσε να ψηφίσει νομοθεσία που στηρίζει την οικονομική ατζέντα του Τραμπ. Νομοθέτες των οποίων οι εκλογείς πλήττονται από εμπορικούς περιορισμούς θα αντιμετώπιζαν, όμως, πιέσεις να αντισταθούν.
Η Ευρώπη δεν θα πρέπει να υποθέτει ότι η αντίθεση του Κογκρέσου στον Τραμπ ισοδυναμεί με συμφωνία στις οικονομικές προτεραιότητες της Ευρώπης. Στον βιομηχανικό ανταγωνισμό, στην πρόσβαση σε προηγμένη τεχνολογία και στις σχέσεις με την Κίνα, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν τα συμφέροντα των Αμερικανών νομοθετών συνάδουν πράγματι με εκείνα της Ευρώπης.
Η ΕΕ πρέπει να ενισχύσει αυτές τις σχέσεις διαπραγματευόμενη ως ενιαία οντότητα. Αν μεμονωμένες κυβερνήσεις επιδιώξουν εξαιρέσεις, διακινδυνεύουν να αποδυναμώσουν τη συλλογική διαπραγματευτική δύναμη της Ευρώπης.
Στις 21 Οκτωβρίου 2026 ο δρ Abdul El-Sayed ανέφερε ότι οι δασμοί του Τραμπ έχουν πλήξει Αμερικανούς κατασκευαστές, εργαζομένους και τα πορτοφόλια των πολιτών. Το μέσο κόστος, σύμφωνα με τον ίδιο, ανέρχεται σε 5.600 δολάρια, ενώ ο Mike Rogers τάσσεται υπέρ αυτών των δασμών.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να μείνει σε αναμονή
Οι ενδιάμεσες εκλογές έχουν σημασία, σύμφωνα με την Κουίβιγκερ.
Βουλή υπό τους Δημοκρατικούς θα δημιουργούσε σημαντικό κέντρο αντιπολίτευσης. Ο έλεγχος και των δύο σωμάτων από τους Δημοκρατικούς θα το ενίσχυε, ενώ νίκες των Ρεπουμπλικάνων θα έφερναν τους Ευρωπαίους αντιμέτωπους με διαφορετική ισορροπία δυνάμεων. Κανένα από αυτά τα αποτελέσματα δεν θα απάλλασσε την Ευρώπη από την ανάγκη να αναλάβει δράση.
Η απόκλιση απόψεων για τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας αποκαλύπτει αντικρουόμενες προτεραιότητες, ενώ η επιβράδυνση της SpaceX έχει υπογραμμίσει την εξάρτηση της Ευρώπης από την αμερικανική τεχνολογία.
Κανένα από τα δύο προβλήματα δεν μπορεί να επιλυθεί μόνο από τους Αμερικανούς ψηφοφόρους.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα πρέπει να εμβαθύνουν τις σχέσεις τους με το Κογκρέσο πέρα από τα κομματικά όρια, να ενισχύσουν τις αμυντικές βιομηχανίες τους και να διασφαλίσουν τις κρίσιμες υποδομές.
Πάνω απ' όλα, οι ηγέτες της Ευρώπης θα πρέπει να αντισταθούν στον πειρασμό να χαιρετίσουν νίκες των Δημοκρατικών ως επιστροφή στην κανονικότητα. Ευνοϊκό αποτέλεσμα θα αποτελούσε ευκαιρία για δράση, όχι δικαιολογία για αναμονή.

































