Η διαφθορά στη διάρκεια της προεδρίας Τραμπ αποτελεί βασική αιτία δυσαρέσκειας για τους Αμερικανούς ψηφοφόρους ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου, σύμφωνα με νέα δημοσκόπηση των Financial Times.
Περίπου το 69% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, και σχεδόν το 50% όσων ψήφισαν τον πρόεδρο των ΗΠΑ το 2024, απάντησαν ότι είναι «πολύ» ή «κάπως» ανήσυχοι για τη «διαφθορά, την ιδιοτελή εκμετάλλευση της θέσης εξουσίας ή τις συγκρούσεις συμφερόντων» στη διακυβέρνηση Τραμπ.
Το ροζ χρώμα αντιστοιχεί στο ποσοστό που ανησυχεί για τη διαφθορά στον Λευκό Οίκο και το μπλε σε όσους δηλώνουν ότι δεν ανησυχούν. Μεταξύ των Ρεπουμπλικανών, ανήσυχο δηλώνει το 44%.
Σχεδόν οι μισοί από το σύνολο των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων ανέφεραν επίσης ότι η διαφθορά υπήρξε μεγαλύτερο πρόβλημα στη δεύτερη θητεία του Τραμπ σε σχέση με προηγούμενες κυβερνήσεις.
Η διακυβέρνηση Τραμπ έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα κερδοφόρα για τον ίδιο και για μέλη της οικογένειάς του, που αποκόμισαν τουλάχιστον 1 δισεκατομμύριο δολάρια από διάφορα εγχειρήματα συνδεδεμένα με τα κρυπτονομίσματα.
Το ίδιο ισχύει για φίλους και χορηγούς του προέδρου με στενούς δεσμούς με την οικογένεια Τραμπ. Επωφελήθηκαν από αλλαγές στην πολιτική ή εξασφάλισαν και κρατικά συμβόλαια.
Ο πρόεδρος Τραμπ παρουσιάζει συχνά τα φαινόμενα διαφθοράς ως έξυπνες επιχειρηματικές κινήσεις, με την αγαπημένη του φράση «we make money». Στη σκέψη των ψηφοφόρων συνδέονται με την άνοδο του κόστους ζωής και με την εκτίναξη των τιμών των καυσίμων, την οποία έχει προκαλέσει ο αντιδημοφιλής πόλεμος στο Ιράν.
Το σύστημα ωφελεί κάποιον άλλον
Ο Τζέρεμι Νέι, καθηγητής στο Columbia Business School, είπε ότι όταν μια οικογένεια διαβάζει για τα κέρδη του προέδρου από κρυπτονομίσματα και την ίδια στιγμή καλείται να αποφασίσει αν θα αναβάλει μια δαπανηρή ιατρική επίσκεψη, αντιλαμβάνεται ότι το σύστημα λειτουργεί προς όφελος κάποιου, όχι όμως προς όφελος της ίδιας.
Οι ψηφοφόροι μπορούν να ανεχθούν μια ορισμένη οικονομική επιβάρυνση, αρκεί να πιστεύουν ότι είναι κοινή για όλους, σημείωσε ο Νέι. Όταν όμως η επιβάρυνση πέφτει μόνο στη μία πλευρά, η δυσαρέσκεια βγαίνει στην επιφάνεια.
Ο πόλεμος στο Ιράν δεν δείχνει σημάδια αποκλιμάκωσης και η κυβέρνηση δεν έχει εμφανίσει καμία αξιόπιστη προοπτική διεξόδου. Σε αυτές τις συνθήκες, ο πληθωρισμός πιέζει την οικονομία των ΗΠΑ.
Ενδεικτικά, η τιμή του ντίζελ διαμορφώνεται πλέον στα 6,32 δολάρια ανά γαλόνι, με αύξηση περισσότερο από 70% σε σχέση με πέρυσι.
Η διάψευση των προσδοκιών που καλλιέργησε ο Τραμπ επηρεάζει και Ρεπουμπλικανούς ψηφοφόρους. Ιδίως εκείνους που δεν ανήκαν παραδοσιακά στο κόμμα, αλλά τον ψήφισαν το 2024 απογοητευμένοι από τη διακυβέρνηση των Δημοκρατικών του Τζο Μπάιντεν.
Χειρότερη η οικονομική κατάσταση
Περίπου το 56% των συμμετεχόντων στη δημοσκόπηση των FT δήλωσε ότι η οικονομική του κατάσταση έχει επιδεινωθεί από τότε που ο Τραμπ ανέλαβε καθήκοντα τον Ιανουάριο του 2025. Πάνω από το ένα τέταρτο ανέφερε ότι αναγκάστηκε να περικόψει βασικές δαπάνες, όπως τα είδη πρώτης ανάγκης ή η υγειονομική περίθαλψη.
Η διοίκηση Τραμπ γνωρίζει ότι το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών, αν και αφορούν το Κογκρέσο, λειτουργεί ως δείκτης αξιολόγησης της πολιτικής του προέδρου. Ο Τραμπ έχει επιλέξει να εμπλακεί προσωπικά στην προεκλογική εκστρατεία για να δώσει ώθηση στους Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους και ζητά από τους ψηφοφόρους να πάνε στις κάλπες με την πεποίθηση ότι υποψήφιος είναι ο ίδιος.
Στα ποσοστά αποδοχής της κυβερνητικής πολιτικής, στο σύνολο και επιμέρους, η δυσαρέσκεια για τον πληθωρισμό και το κόστος ζωής φτάνει το 64%.
Η προτροπή αυτή ενδέχεται ωστόσο να έχει αρνητικό αντίκτυπο στους Ρεπουμπλικανούς. Τον τελευταίο μήνα μέλη του κόμματος έχουν εκφράσει ανησυχίες για το αν τα χαμηλά ποσοστά δημοφιλίας του προέδρου ή η πολιτική του στους δασμούς και στον πόλεμο στο Ιράν μπορεί να επιβαρύνει τα ψηφοδέλτια των Ρεπουμπλικανών.
Σύμφωνα με την πρόσφατη δημοσκόπηση των Financial Times, περίπου το 54% των ψηφοφόρων θεωρεί ότι είτε η κυβέρνηση Τραμπ είτε οι Ρεπουμπλικανοί στο Κογκρέσο φέρουν τη μεγαλύτερη ευθύνη για τις υψηλότερες τιμές που αντιμετωπίζουν σήμερα οι Αμερικανοί.
Ακόμη πιο ανησυχητικό για τους Ρεπουμπλικανούς είναι ότι πάνω από το 40% των ερωτηθέντων δήλωσε πως, λόγω της ανόδου των τιμών, είναι πιθανότερο να ψηφίσει τους Δημοκρατικούς στις ενδιάμεσες εκλογές.

































