Αργά το βράδυ της Τετάρτης, η κυβέρνηση που εδρεύει στην ανατολική Λιβύη ανακοίνωσε ότι οι υπήκοοι του Ιράν και του Αφγανιστάν δεν επιτρέπεται να εισέρχονται στα εδάφη που ελέγχει. Το μέτρο καλύπτει όλες τις πύλες, χερσαίες, θαλάσσιες και αεροπορικές.
Με την απόφαση επεκτείνεται απαγόρευση εισόδου που η ίδια κυβέρνηση είχε επιβάλει τον Ιούνιο σε υπηκόους τεσσάρων αφρικανικών κρατών. Οι λόγοι δεν εξηγήθηκαν.
Στην ανακοίνωση ορίζεται ότι την εφαρμογή αναλαμβάνει το υπουργείο Εσωτερικών. Στο ίδιο υπουργείο ανατίθεται και η απέλαση Ιρανών και Αφγανών υπηκόων που δεν έχουν έγκυρη άδεια παραμονής.
Από το 2014 στη Λιβύη συνυπάρχουν δύο αντίπαλες κυβερνήσεις, μία στο ανατολικό και μία στο δυτικό τμήμα της χώρας. Μετά την ανατροπή και τον θάνατο του Μουάμαρ Καντάφι το 2011 επικράτησε χάος και η χώρα έγινε κόμβος για εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες που επιχειρούν να φτάσουν στην Ευρώπη μέσω της Μεσογείου.
Την κυβέρνηση της ανατολικής Λιβύης, με έδρα τη Βεγγάζη, διευθύνει ο Οσάμα Χαμάντ. Θεωρείται προσκείμενη στον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, ο οποίος ελέγχει και μεγάλο μέρος του νότου.
Διεθνώς αναγνωρισμένη είναι η κυβέρνηση του Αμπντουλχαμίντ Ντμπάιμπα, με έδρα την Τρίπολη. Συγκροτήθηκε το 2021, στο πλαίσιο διαδικασίας που υποστηρίχθηκε από τον ΟΗΕ.
Περισσότεροι από 900.000
Τον Ιούνιο η κυβέρνηση Χαμάντ είχε κλείσει την είσοδο σε υπηκόους του Σουδάν, της Ερυθραίας, της Αιθιοπίας και της Σομαλίας. Επικαλέστηκε τότε «αναδιοργάνωση» του συστήματος υποδοχής αλλοδαπών.
Όπως διευκρινίστηκε, εκτός μέτρου έμειναν τα μέλη του προσωπικού πρεσβειών ή προξενείων, μαζί με συγγενείς τους.
Η εξαίρεση κάλυπτε και όσους εργάζονται στην υγεία ή στην εκπαίδευση, υπό τον όρο ότι διέθεταν άδειες εργασίας σε ισχύ.
Από στοιχεία του ΟΗΕ που είχαν συγκεντρωθεί τον Ιούνιο προκύπτει ότι αυτή την περίοδο στη Λιβύη βρίσκονται πάνω από 900.000 πρόσφυγες και μετανάστες.

































