Στο τρίτο τρίμηνο οι συναλλαγές γραφείων και εμπορικών ακινήτων στην Ευρώπη έφτασαν στο χαμηλότερο επίπεδο από την κορύφωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων και ο νέος κύκλος αυξήσεων επιτοκίων που άνοιξαν οι κεντρικές τράπεζες ακύρωσαν τις προσδοκίες για ανάκαμψη των αποτιμήσεων.
Σύμφωνα με την MSCI, η αξία των συναλλαγών σε γραφεία περιορίστηκε στα 8,8 δισ. ευρώ, μειωμένη κατά ένα τρίτο σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Είναι το μικρότερο μέγεθος από το τρίτο τρίμηνο του 2009, όταν οι αποτιμήσεις των ακινήτων είχαν υποχωρήσει στο κατώτατο σημείο τους μετά την κρίση.
Ο Τομ Λίχι της MSCI δήλωσε στους Financial Times ότι το τρίτο τρίμηνο συγκαταλέγεται στις πιο υποτονικές περιόδους που έχουν καταγραφεί ποτέ για την ευρωπαϊκή αγορά ακινήτων.
Ο Μαρκ Σουίτμαν, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ανάπτυξης ακινήτων LS Estates με έδρα το Λονδίνο, επισήμανε ότι οι επενδυτές αποφεύγουν τον κίνδυνο, παρότι τα κορυφαία γραφεία έχουν ισχυρές προοπτικές ανόδου των ενοικίων. Τους απασχολεί αν τα έργα παραμένουν βιώσιμα, καθώς το πληθωριστικό κόστος αυξάνεται και εμφανίζονται περιστατικά αφερεγγυότητας εργολάβων και υπεργολάβων.
Έργα εκτός χρονοδιαγράμματος
Όλοι, είπε, έρχονται αντιμέτωποι με καθυστερήσεις και πληθωρισμό κόστους. Κανένα έργο δεν ολοκληρώνεται μέσα στο τρίμηνο που είχε προβλεφθεί, ενώ ορισμένα μένουν πίσω περισσότερο από έναν χρόνο. Το χαρακτήρισε σοβαρό ζήτημα.
Μεσίτες αναφέρουν ότι πωλήσεις γραφείων οι οποίες αναμενόταν να βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη αποσύρθηκαν από την αγορά. Παράλληλα, σύμφωνα με τους Financial Times, οι επενδυτές ζητούν επαναδιαπραγμάτευση συμφωνιών σε όλους τους τομείς, υπό το βάρος του αυξανόμενου κόστους δανεισμού.
Τα στοιχεία της MSCI δείχνουν μείωση της δραστηριότητας σε κάθε κατηγορία εμπορικών ακινήτων, με εξαίρεση τις κατοικίες για συνταξιούχους. Ο συνολικός όγκος των συναλλαγών διαμορφώθηκε στα 43 δισ. ευρώ, στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2023. Αν εξαιρεθεί το τρίτο τρίμηνο του 2023, η δραστηριότητα στις συναλλαγές ακινήτων βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο από το 2013.
Κρατά η ζήτηση στις προνομιακές τοποθεσίες
Η ζήτηση για ακίνητα σε προνομιακές τοποθεσίες παραμένει ισχυρή. Από το 2022, όμως, η αγορά εμπορικών ακινήτων κινείται υποτονικά, αφότου οι κεντρικές τράπεζες προχώρησαν σε σειρά ταχέων αυξήσεων επιτοκίων, ανεβάζοντας το κόστος χρηματοδότησης και πλήττοντας τις αποτιμήσεις.
Νέος κύκλος αυξήσεων επιτοκίων τους τελευταίους μήνες, με στόχο να συγκρατηθεί ο πληθωρισμός που τροφοδοτήθηκε και από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, έχει κάνει την αγορά ακόμη πιο ψυχρή. Ο Λίχι ανέφερε ότι η απότομη άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων είχε αισθητή επίδραση στη σύναψη συμφωνιών και πρόσθεσε ένα ακόμη επίπεδο αβεβαιότητας στην τιμολόγηση, σε αγορά που δυσκολεύεται να προσαρμοστεί σε γεωπολιτικό και μακροοικονομικό περιβάλλον το οποίο μεταβάλλεται ραγδαία. Οι αποδόσεις των ομολόγων ανεβαίνουν όταν οι τιμές τους υποχωρούν.
Σχετική αντοχή στο Ηνωμένο Βασίλειο
Η αγορά εμπορικών ακινήτων στο Ηνωμένο Βασίλειο έδειξε σχετική ανθεκτικότητα. Η ζήτηση για βιομηχανικούς χώρους και διαμερίσματα συγκράτησε την πτώση σε λίγο πάνω από 10%.
Στη Γαλλία και τη Γερμανία η επιβράδυνση ήταν πολύ εντονότερη, με τον όγκο των συναλλαγών να υποχωρεί σχεδόν στο μισό έναντι της αντίστοιχης περσινής περιόδου.
Το κόστος δανεισμού για τη Γαλλία έχει εκτιναχθεί από την αρχή του έτους. Διαμαρτυρίες για το κόστος ζωής και πολιτικές εντάσεις ενόψει των προεδρικών εκλογών του επόμενου έτους έχουν ενισχύσει τους φόβους για το αν η χώρα είναι διατεθειμένη να αντιμετωπίσει τον μεγάλο όγκο του χρέους της.
Ο Λίχι ανέφερε ότι οι ιδιοκτήτες ακινήτων, οι οποίοι είχαν αναβάλει την πώληση περιουσιακών στοιχείων ελπίζοντας σε ανάκαμψη των αποτιμήσεων στα επίπεδα πριν από το 2022, ενδέχεται πλέον να αποδεχθούν τη σημερινή πραγματικότητα. Μπορεί, είπε, να ορίσουν τιμές σε επίπεδα στα οποία πιστεύουν ότι τα ακίνητα θα πωληθούν πράγματι, και όχι απλώς ότι υπάρχει περίπτωση να πωληθούν. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι η αγορά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικά εμπόδια.

































