Στις αρχές Οκτωβρίου εργαζόμενοι από το Βέλγιο διαδήλωσαν στις Βρυξέλλες και μετέφεραν στην κυβέρνηση σαφές μήνυμα: να μην υπάρξει παρέμβαση στην αυτόματη αναπροσαρμογή των μισθών που προστατεύει από τον πληθωρισμό, να μην αυξηθεί ο ΦΠΑ και να μην προχωρήσει διευθέτηση του χρόνου εργασίας. Τα αιτήματα δεν μένουν στα βελγικά σύνορα. Απαντούν στη ρητορική που επικρατεί σε διοικητικά συμβούλια και υπουργεία Οικονομικών σε όλη την Ευρώπη, σύμφωνα με την οποία οι εργαζόμενοι κοστίζουν ακριβά και η οικονομία θα ξαναγίνει ανταγωνιστική μόνο αν γίνουν φθηνότεροι, δουλέψουν περισσότερο και επωμιστούν ξανά τα βάρη.
Η Τζούντιθ Κίρτον-Ντάρλινγκ, γενική γραμματέας της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας συνδικάτων industriAll, σημειώνει σε ανάλυσή της στο Social Europe ότι τα πραγματικά στοιχεία διαψεύδουν κατηγορηματικά αυτό το αφήγημα.
Τα νούμερα δεν στηρίζουν τον μύθο
Η πραγματικότητα των βιομηχανικών εργατών στην Ευρώπη διαφέρει ριζικά από την εικόνα που παρουσιάζουν οι υποστηρικτές της λιτότητας. Από το 2000 τα συνολικά μικτά κέρδη στον μη χρηματοπιστωτικό τομέα της Ευρώπης αυξάνονται με ρυθμό σχεδόν διπλάσιο από εκείνον του μέσου μισθού. Στη μεταποίηση, η προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο έχει ξεπεράσει την αντίστοιχη αμοιβή κατά 16 ποσοστιαίες μονάδες. Οι εργαζόμενοι παράγουν περισσότερο από ποτέ, χωρίς να καρπώνονται τον πλούτο που δημιουργούν.
Το εργασιακό κόστος δεν εξηγεί ούτε τη στασιμότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Σε πολλούς τομείς, ως ποσοστό των εσόδων, παραμένει σταθερό εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα. Στην αυτοκινητοβιομηχανία μειώθηκε από 13,9% το 2020 σε 10,7% το 2025.
Η επιμήκυνση του ωραρίου δεν είναι διέξοδος
Εξίσου αδύναμο είναι το επιχείρημα για περισσότερες ώρες εργασίας. Πολλά εργοστάσια και παραγωγικές μονάδες δουλεύουν ήδη αρκετά κάτω από τη δυναμικότητά τους. Ούτε ένα επιπλέον αυτοκίνητο ούτε μία ανεμογεννήτρια θα πουληθεί μόνο επειδή το προσωπικό θα εργαστεί μία ώρα παραπάνω. Αποκαλυπτικό είναι το παράδειγμα της Ελλάδας, στο οποίο αναφέρεται χαρακτηριστικά η Κίρτον-Ντάρλινγκ. Η χώρα είχε ήδη τις περισσότερες ώρες εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και πλέον επιτρέπει την εξαήμερη εργασία και το 13ωρο, χωρίς να φαίνεται ότι αυτό έκανε την εγχώρια βιομηχανία πιο ανταγωνιστική.
Το σενάριο δεν είναι καινούργιο. Μετά την κρίση του 2008 η Ευρώπη πάγωσε τους μισθούς και αποδυνάμωσε τις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Ακολούθησε μια δεύτερη, αυτοπροκαλούμενη ύφεση, γιατί οι εργαζόμενοι δεν είχαν πια την αγοραστική δύναμη να καταναλώσουν τα προϊόντα που οι ίδιοι παρήγαγαν.
Οι αιτίες της βιομηχανικής παρακμής
Η σημερινή οικονομική καχεξία της Ευρώπης συνδέεται με τον τρόπο διοίκησης των επιχειρήσεων. Η ευρωπαϊκή βιομηχανία περνά ολοένα περισσότερο στα χέρια παγκόσμιων funds και επενδυτικών ταμείων, που ενδιαφέρονται αποκλειστικά για το γρήγορο, βραχυπρόθεσμο κέρδος. Οι διοικήσεις επιβραβεύονται για τις περικοπές και όχι για την ανάπτυξη. Η αξία που παράγεται στα εργοστάσια καταλήγει σε μετόχους οι οποίοι συχνά δεν έχουν πατήσει ποτέ το πόδι τους σε αυτά.
Συνέπεια είναι η απότομη πτώση των επιχειρηματικών επενδύσεων και η άνοδος των μερισμάτων. Οι επιχειρηματικές επενδύσεις στην ΕΕ μειώθηκαν από 13,9% του ΑΕΠ το 2019 σε 12,5% το 2024. Τα κέρδη δεν επιστρέφουν στην παραγωγή.
Επενδύσεις υπό κοινωνικούς όρους
Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόταση των βελγικών συνδικάτων για φορολόγηση της επαναγοράς μετοχών και των εισοδημάτων από κεφάλαιο δεν αποτελεί επίθεση στην επιχειρηματικότητα. Είναι δίκαιη απαίτηση: όσοι αποκομίζουν το μεγαλύτερο μερίδιο να συμβάλουν ανάλογα στα κοινά βάρη.
Η ίδια λογική χρειάζεται να εφαρμοστεί συνολικά. Κάθε μορφή δημόσιας στήριξης προς τη βιομηχανία οφείλει να συνοδεύεται από αυστηρούς κοινωνικούς όρους: διασφάλιση ποιοτικών θέσεων εργασίας, προστασία των συλλογικών συμβάσεων, καμία δημόσια χρηματοδότηση για μερίσματα ή επαναγορά μετοχών και εγγυήσεις ενάντια στις μετεγκαταστάσεις επιχειρήσεων.
Η Ευρώπη έχει τα εφόδια για να ανακάμψει: καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, ερευνητικά ιδρύματα παγκόσμιου επιπέδου και τη μεγαλύτερη ενιαία αγορά. Οι εργαζόμενοι δεν είναι το κόστος, αλλά το κλειδί της λύσης, και δεν γίνεται να συνεχίσουν να πληρώνουν το τίμημα δεκαετιών βιομηχανικής υποεπένδυσης.

































