
Η επαγγελματική εξουθένωση, γνωστή και ως burnout, μαζί με το άγχος στην εργασία, ανεβαίνει με ρυθμό που προκαλεί ανησυχία. Πρόσφατη έρευνα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (EU-OSHA) δείχνει ότι σχεδόν ένας στους τρεις εργαζομένους στην Ευρώπη, ποσοστό 29%, δηλώνει άγχος, ανησυχία ή κατάθλιψη που είτε προκαλείται είτε επιδεινώνεται από τη δουλειά του.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται μελέτη του Eurofound από το 2023, με τίτλο «Ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι για την ευημερία των εργαζομένων». Σύμφωνα με τη μελέτη, «το ποσοστό των εργαζομένων που αναφέρουν ότι εργάζονται με υψηλή ένταση αυξήθηκε από 27% το 2015 σε σχεδόν 40% το 2021».
Έτσι, οι βαθμολογίες του πολυδιάστατου «δείκτη έντασης εργασίας» στις Ευρωπαϊκές Έρευνες για τις Συνθήκες Εργασίας του Eurofound χειροτέρευαν σταθερά από το 2010 έως το 2024. Η πορεία αυτή επιβεβαιώνει τη διαρκή εντατικοποίηση της εργασίας.
Ιδιαίτερα ξεχωρίζει ο τομέας της υγειονομικής περίθαλψης. Οι εργαζόμενοί του καταγράφουν πολύ υψηλό επίπεδο συναισθηματικών απαιτήσεων, καθώς κρύβουν τα συναισθήματά τους, έρχονται αντιμέτωποι με θυμωμένους πελάτες και βρίσκονται κυρίως σε συναισθηματικά ταραχώδεις καταστάσεις, «αλλά επίσης εργάζονται με υψηλό ρυθμό, υπό πιεστικές προθεσμίες και βιώνουν τις πιο συχνές και διαταρακτικές διακοπές».
Πολύ υψηλοί ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι εμφανίζονται και σε κλάδους τόσο πρόσφατους ώστε να μην έχουν ακόμη ενταχθεί στις επίσημες ευρωπαϊκές έρευνες για τις συνθήκες εργασίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κυβερνοασφάλεια.
Τα στοιχεία αυτά προκαλούν ανησυχία, ιδίως αν συνυπολογιστεί η τάση εμπορευματοποίησης που διατρέχει τις προδιαγραφές της ΕΕ για την οικονομική διακυβέρνηση των δημόσιων υπηρεσιών, μεταξύ αυτών και της υγειονομικής περίθαλψης. Στην ίδια εικόνα προστίθεται το δυναμικό εκμετάλλευσης της εργασίας που δημιουργούν οι νέες τεχνολογίες στον χώρο εργασίας. Οι δύο αυτοί παράγοντες απειλούν να ωθήσουν το εργασιακό burnout σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα.
Για τη Βελγίδα συνδικαλίστρια και ευρωβουλευτή Εστέλ Κέλεμανς, η απάντηση είναι σαφής: χρειάζεται ευρωπαϊκή νομοθεσία για την πρόληψη, τον εντοπισμό και τη διαχείριση των ψυχοκοινωνικών κινδύνων στην εργασία. Θεωρώντας ότι οι διακηρύξεις δεν αρκούν, κατέθεσε πρωτοβουλιακή έκθεση με θέμα «Ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι, άγχος και ψυχική υγεία στην εργασία». Το κείμενο εγκρίθηκε πρώτα από την αρμόδια επιτροπή και στη συνέχεια από την ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με 413 ψήφους υπέρ, 210 κατά και 29 αποχές.
Αναμένεται πλέον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να παρουσιάσει σχέδιο νόμου για την ενίσχυση της προστασίας της ψυχοκοινωνικής υγείας σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η πρόεδρος της Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, είχε δεσμευτεί, αρχικά το 2019 και ξανά πριν από την επανεκλογή της το 2024, να δώσει συνέχεια στα νομοθετικά αιτήματα του Κοινοβουλίου. Αυτό επισημαίνει στο Social Europe ο Ρολάντ Ερνέ, καθηγητής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και εργασιακών σχέσεων και επικεφαλής ερευνητής του προγράμματος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας με τίτλο «Εργατική πολιτική και το νέο καθεστώς οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ».
Η αναγνώριση του burnout ως επαγγελματικής ασθένειας από την ΕΕ
Κατά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ασθένειες που οφείλονται σε ψυχολογική δυσφορία, όπως το σύνδρομο burnout, θα πρέπει στο μέλλον να αναγνωρίζονται και ως επαγγελματικές. Ζητά επίσης πολιτική μηδενικής ανοχής απέναντι στην παρενόχληση στον χώρο εργασίας. Στα βασικά αιτήματα περιλαμβάνεται και η ενίσχυση των επιθεωρήσεων εργασίας, μαζί με τον ρόλο των κοινωνικών εταίρων στον τομέα της ψυχικής υγείας.
Οι εργαζόμενοι θα πρέπει, επιπλέον, να έχουν πολύ ισχυρότερη προστασία, ώστε να μπορούν να ασκούν το «δικαίωμα να απενεργοποιούν» τις επαγγελματικές ηλεκτρονικές συσκευές τους εκτός των ωρών εργασίας. Μια μελλοντική οδηγία της ΕΕ οφείλει επίσης να ενισχύσει την προστασία τους από την αλγοριθμική παρακολούθηση. Στα αιτήματα συγκαταλέγεται και η υποστήριξη όσων επιστρέφουν στην εργασία έπειτα από burnout.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδίωκε να μεταφέρει το νομικό βάρος στους εργοδότες, ώστε εκείνοι να υποχρεούνται να αποδείξουν ότι μια ασθένεια δεν συνδέεται με την εργασία. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε στην Ολομέλεια. Η Ολομέλεια, αντίθετα, επέμεινε ότι κάθε σημαντική αναδιοργάνωση της εργασίας πρέπει να υπόκειται σε προηγούμενη ψυχοκοινωνική εκτίμηση κινδύνου, η οποία θα γίνεται σε συνεργασία με τους εργαζομένους και τους εκπροσώπους τους.
Το κείμενο που εγκρίθηκε δίνει επίσης στους εκπροσώπους των εργαζομένων σαφή ορισμό της «ηθικής δυσφορίας»: «η δυσφορία που προκύπτει όταν οι εργαζόμενοι εμποδίζονται να ενεργούν σύμφωνα με επαγγελματικά, ηθικά ή κλινικά πρότυπα, μεταξύ άλλων, λόγω έλλειψης προσωπικού, ανεπαρκών πόρων, αντικρουόμενων οδηγιών ή μη ασφαλών οργανωτικών ρυθμίσεων». Οι διατάξεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία στην υγειονομική περίθαλψη, όπου η έλλειψη προσωπικού είναι συχνή.
Δεν έχει ακόμη φανεί αν οι βελτιώσεις αυτές θα εφαρμοστούν στην πράξη. Ως τώρα, ούτε τα ακροδεξιά κόμματα ούτε το εργοδοτικό λόμπι «BusinessEurope» κατάφεραν να επιβάλουν τη θέλησή τους. Τα πρώτα τάσσονται, έτσι κι αλλιώς, κατά κάθε ουσιαστικής προόδου στην υγεία και την ασφάλεια στην εργασία. Η BusinessEurope, μαζί με άλλες ομοσπονδίες εργοδοτών, κάλεσε τους ευρωβουλευτές να διαγράψουν το νομοθετικό παράρτημα της έκθεσης και κάθε αναφορά σε νέα νομοθεσία της ΕΕ.
Σύντομα, από τη στάση των χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων, θα φανεί πόση σημασία αποδίδουν στην αξιοπρέπεια και την υγεία των εργαζομένων. Διαθέτουν την πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στην Επιτροπή, είτε σε συνασπισμό με τους Σοσιαλδημοκράτες, τους Φιλελεύθερους, την Αριστερά και τους Πράσινους, είτε με τις τρεις παρατάξεις της ακροδεξιάς και της εξτρεμιστικής δεξιάς.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτίθεται να παρουσιάσει έως το τέλος του έτους τον «Νόμο για τις Ποιοτικές Θέσεις Εργασίας» (Quality Jobs Act), ως νομοθετική συνέχεια του «Οδικού Χάρτη για τις Ποιοτικές Θέσεις Εργασίας» του περασμένου Δεκεμβρίου. Αυτό ακολουθεί την άρνηση της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις κοινωνικού διαλόγου με τις ευρωπαϊκές οργανώσεις εργοδοτών, καθώς οι απόψεις των κοινωνικών εταίρων για το αν χρειάζεται ευρωπαϊκός νόμος στο ζήτημα αυτό είναι ασυμβίβαστες. Εκκρεμεί το πόσο βάρος θα δώσει η Επιτροπή στην ψυχοκοινωνική υγεία και ασφάλεια των Ευρωπαίων εργαζομένων.

































